Αγγειοπλάστες

 

Οι αγγειοπλάστες ασχολούνταν τόσο με την προετοιμασία όσο και με την επεξεργασία του πηλού με τον οποίο έφτιαχναν διάφορα χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα. Στο νησί της Λέσβου είναι γνωστοί και ως «τσ(ου)καλάδες» ή «κ(ου)μαράδες», δηλαδή κατασκευαστές πήλινων αγγείων («κ’μαριών»). Βέβαια, υπάρχει μια λεπτή, αλλά σημαντική διάκριση μεταξύ των τεχνιτών που παρήγαγαν μαζικά (και φθηνά) αγγεία και ορισμένων καλλιτεχνών που διακοσμούσαν με περίτεχνα σχήματα τα προϊόντα τους. Αυτή η διάκριση οδήγησε στη σύγχρονη εποχή στην παραγωγή αποκλειστικά διακοσμητικών αγγείων, παρότι η χρηστική τους διάσταση έχει εκλείψει μετά την εξέλιξη των σύγχρονων υποδομών ύδρευσης και τη χρήση βιομηχανικών πλαστικών, γυάλινων και άλλων δοχείων αποθήκευσης αλκοολούχων ποτών ή άλλων υγρών.

Στη Λέσβο λειτουργούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα αρκετά εργαστήρια αγγειοπλαστικής. Είναι πιθανόν ότι η τέχνη της αγγειοπλαστικής δέχτηκε σημαντικές επιδράσεις από τη Μικρά Ασία, αφού ορισμένοι τεχνίτες μετοίκησαν στη Λέσβο από εκεί, ενώ ήταν πασίγνωστο και το κέντρο του Τσανάκ Καλέ που επηρέασε τη λεσβιακή διακοσμητική τέχνη. Τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια λειτουργούσαν κυρίως σε οικογενειακή βάση, ενώ σε τοπικό επίπεδο αρκετά ήταν οργανωμένα σε εσνάφια ή σινάφια, δηλαδή συντεχνίες. Οι νέοι άνδρες κάθε οικογένειας αγγειοπλαστών μάθαιναν (συνήθως) την τέχνη από τον πατέρα τους, τον οποίο διαδέχονταν αργότερα. Η περίοδος των εργασιών διαρκούσε κυρίως από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο τα μέλη των οικογενειών των αγγειοπλαστών ασχολούνταν (συνήθως) με αγροτικές δουλειές και κυρίως με την καλλιέργεια της ελιάς.

Δύο ήταν τα κυριότερα κέντρα παραγωγής στη Λέσβο: ο Μανταμάδος και η Αγιάσος. Ορισμένες από τις πιο γνωστές οικογένειες αγγειοπλαστών στα τέλη του 19ου έως και τις αρχές του 20ου αιώνα στο Μανταμάδο, ήταν του Δημήτρη και Στυλιανού Σταμάτη, του Παναγιώτη Παναγιωτέλλη και του Ευστράτιου Σαρρή, ενώ στην Αγιάσο (φαίνεται ότι) η οικογένεια των Κουρτζήδων ξεκίνησε να ασχολείται με την παραγωγή αγγείων ήδη από το 1820 μετά την έλευση του Παναγιώτη Κουρτζή από τη Μικρά Ασία, ενώ την ίδια πορεία ακολούθησε (λίγο αργότερα) και η οικογένεια του Αναστάση Χατζηγιάννη.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι παραγωγή των εργαστηρίων αγγειοπλαστικής δεν κάλυπτε μόνο τις ανάγκες του νησιού αλλά προωθούσε και εξαγωγές τόσο στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο όσο και στο εξωτερικό. Τα αντικείμενα που κατασκεύαζαν ήταν ποικίλα: τσουκάλια, κούπες, φλιτζάνια, κουμάρια και (μικρά) τσιροκούμαρα, λαγήνια, σωλήνες ύδρευσης, κεραμίδια, τούβλα, τέστα (πιάτα), θυμιατά (καπνιστήρια μελισσών), μετρίδια (δοχεία μέτρησης ποσότητας ή όγκου), κακκάβια (σκεύη για μαγειρική), κουτρούβια ή κουτρούπια (σκεύη αποθήκευσης λαδιού ή τυριού, αλλά και μεταφοράς νερού), πήλινες φλογέρες και (ν)τουμπελέκια, πιθάρια, δοχεία αγιασμού και πολλά άλλα, συχνά με χειροποίητα επιζωγραφισμένα μοτίβα και λαϊκές αναπαραστάσεις.

Τα βασικά υλικά που χρησιμοποιούσαν είναι νερό, κλαδιά και ξύλα, καθώς και χώμα το οποίο διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Στο Μανταμάδο για παράδειγμα χρησιμοποιούσαν το «λινόχωμα» και το «μέλεγκα» που είναι ψιλό, καθαρό χώμα που σκληραίνει σε ικανοποιητικό βαθμό μετά το «ψήσιμο» των αγγείων, ενώ στη Αγιάσο κοκκινόχωμα, χώμα κιτρινωπό, λιγδόχωμα (από τριμμένο λίγδο / ασβεστόλιθο) και μέλεγκα. Όπως αναφέρει ο Γ. Λ. Παρασκευαΐδης (1987: 464-475), το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι αγγειοπλάστες είναι το «τσάρτ(ι)» (ή τσιάρκ[ι]) δηλαδή ο ξύλινος ποδοκίνητος τροχός: «Η ρόδα, το καθαυτό ‘τσάρτ(ι)’, είναι μονοαξονικό συγκρότημα, όρθιο, που η απάνω άκρη του στηρίζεται στον πάγκο και η κάτω στο πάτωμα του καμινιού, στο σιργί. Ο άξονας είναι χοντρός, ξύλινος ή σιδερένιος. Η κάτω άκρη με την ‘κοπάνα’, την μεγάλη ξύλινη ροδάνα, που την κλωτσούν για να γυρίσει, καταλήγει στη γη σε μια σιδερένια αιχμή, το ‘μουχλί’. Αυτό χώνεται σχεδόν ολόκληρο στο χώμα, σ' ένα σανίδι με μια σιδερένια λακκούβα στη μέση, που τη λαδώνουν κάθε τόσο να γλιστρά και να γυρίζει εύκολα σαν ρουλεμάν. Η απάνω άκρη που στηρίζεται στον πάγκο, καταλήγει σε μια ξύλινη στρογγυλή βάση, την ‘τσιφαλουριά’ (κεφαλουριά)». Παράλληλα οι αγγειοπλάστες χρησιμοποιούσαν το τετράγωνο κόσκινο, το ξυλομάχαιρο που είναι ένα λοξό τετράγωνο λαμάκι, το «γιαλάκ(ι)», δηλαδή την τετράγωνη λεκάνη με πλατύ μεγάλο πάτο για το νερό με το οποίο έβρεχαν τα χέρια τους όταν έπλαθαν τον πηλό και το πλουμιστήρι, δηλαδή τη βούρτσα-πινέλο για τη διακόσμηση των αγγείων, που κατασκευαζόταν από τρίχες χαίτης γαϊδάρου.

Η διαδικασία της προετοιμασίας και επεξεργασίας του πηλού, τόσο στο παρελθόν, όσο και στη σύγχρονη εποχή (παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις που επέφερε η χρήση των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, καθώς και την αντικατάσταση των ποδοκίνητων τροχών με αντίστοιχους ηλεκτροκίνητους), έχει συνοπτικά ως εξής: αρχικά οι αγγειοπλάστες μαζεύουν το χώμα και αφού το αφήσουν να ξεραθεί το κοπανίζουν με κόπανο είτε το αλωνίζουν με γαϊδούρια και το κοσκινίζουν, για να γίνει σαν αλεύρι. Ακολουθεί το στάδιο της λάσπης, η μίξη δηλαδή του χώματος με νερό και «μέλαγγα» για να γίνει πολτός. Ακολουθεί το πλάσιμο στο «τσάρτ(ι)». Αφού πλάσουν τα διάφορα αντικείμενα στον τροχό γεμίζουν το «καμίνι» που είναι πολύ μεγάλος υπαίθριος φούρνος με κλαδιά, για να ψηθούν τα πήλινα αντικείμενα. Αφού ψηθούν και στεγνώσουν ασχολούνται με το «πλούμισμα».

Σήμερα ελάχιστοι αγγειοπλάστες έχουν απομείνει και αυτοί παράγουν πολύ μικρές ποσότητες κυρίως διακοσμητικών ειδών, αφού τα χρηστικά πήλινα σκεύη έχουν αντικατασταθεί από μεταλλικά και πλαστικά. Το εμπόρευμα τους το διαθέτουν κυρίως στην τοπική αγορά, ενώ οι εξαγωγές έχουν μειωθεί σημαντικά, αφού η ευρύτερη αγορά έχει κατακλυστεί από τη μαζική παραγωγή «βιομηχανοποιημένων» κεραμικών.


Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Νίκολτση Φώντα [αγγειοπλάστη], στην Αγιάσο Λέσβου, στις 24/05/1996, στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιστημονικό υπεύθυνο τον Σ. Χτούρη
  • Συνέντευξη Κουρτζή Νίκου [αγγειοπλάστη] και Κουρτζή Ελένης [ζωγράφου], στην Αγιάσο Λέσβου, στις 21/05/1996, στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιστημονικό υπεύθυνο τον Σ. Χτούρη
  • Συνέντευξη Σταμάτη Δημήτρη, στο Μανταμάδο Λέσβου, στις 28/03/1997, στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιστημονικό υπεύθυνο τον Σ. Χτούρη
  • Βογιατζόγλου Μ., «Παραδοσιακή κεραμική στη νεώτερη Ελλάδα. Το παράδειγμα του Αγ. Στέφανου στο Μανταμάδο της Μυτιλήνης», Εθνογραφικά, Έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, τεύχος 2, Ναύπλιο 1979-1980: 37,38,41,42,44,45
  • Κορρέ - Ζωγράφου Κ., Τα κεραμικά του Ελληνικού χώρου, «Μέλισσα», 279-286,21-23,26, 175-176, 329
  • Παρασκευαΐδης Γ. Λ., Μανταμάδος Λέσβου, Θεσσαλονίκη, 1987
  • Τάλλης Γ., Τσολακάκη Δ., Πανάγου Ε., Σουπουρτζή Ε., Αγγειοπλάστες του Μανταμάδου, εργασία στο πλαίσιο του Τμήματος «Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας» του Πανεπιστημίου Αιγαίου, για το μάθημα «Ποιοτικές Μέθοδοι Έρευνας», Μυτιλήνη, 09/11/2001