Σιδεράδες

 

Οι σιδεράδες ή «δεμιρτζήδες» είναι οι τεχνίτες που επεξεργάζονταν τα διάφορα είδη του σιδήρου (δηλαδή το καθαρό σίδηρο, το χάλυβα ή ατσάλι, το χυτοσίδηρο ή μαντέμι, το μαλακό ή σφυρήλατο σίδηρο), για την κατασκευή ή την επισκευή αγροτικών εργαλείων (όπως τσαπιά, τσεκούρια, υνιά, δρεπάνια, άροτρα, σφυριά [γ]κασμάδες, σκαλιστήρια κ.α.), ειδών οικιακής χρήσης (όπως πυροστιές, μασιές, μαχαίρια, καβουρντιστήρια για τον καφέ, μαγκάλια, καρφιά, κλειδαριές, κλειδιά, μεντεσέδες, κουφώματα, πόρτες κ.α.), αλλά και γενικά όλων των μεταλλικών αντικειμένων που ήταν απαραίτητα στην καθημερινή ζωή. Η τέχνη του σιδερά ήταν δύσκολη και απαιτούσε σωματική ευρωστία. Οι τεχνίτες έπαιρναν συνήθως μαθητευόμενους βοηθούς - τσιράκια, οι οποίοι μάθαιναν την τέχνη δίπλα στους παλιούς μαστόρους και συνέχιζαν το επάγγελμα.

Η δημιουργία σιδερένιων αντικειμένων απαιτούσε αρχικά πυράκτωση ή τήξη του μετάλλου (ανάλογα με το αντικείμενο) σε ποικίλες υψηλές θερμοκρασίες (αφού το κάθε είδος σιδήρου τήκεται σε διαφορετική θερμοκρασία - π.χ. ο καθαρός σίδηρος στους 1530ο C), εν συνεχεία επεξεργασία του μετάλλου για να πάρει την επιθυμητή μορφή και τέλος, όπου χρειαζόταν, βαφή ή στόμωση και σε μερικές περιπτώσεις, όπου κρίνονταν απαραίτητο, ατσάλωση.

Η πυράκτωση ή η τήξη γινόταν σε καμίνι με καύσιμη ύλη κάρβουνα (το οποίο είχε φυσερό για να δυναμώνει τη φωτιά). Το καμίνι ήταν τοποθετημένο στο εσωτερικό του εργαστηρίου κάθε σιδερά. Η πυράκτωση αφορούσε σε κομμάτια σιδήρου που έπρεπε απλώς να μαλακώσουν, ώστε να είναι επεξεργάσιμα, ενώ η τήξη σε αντικείμενα που δημιουργούνταν από καλούπι (π.χ. καρφιά, χαλινοί ζώων κ.α.).

Η επεξεργασία του σιδήρου γινόταν πάνω στο αμόνι (σιδερένια βάση όπου σφυρηλατούνται τα μέταλλα). Οι σιδεράδες χρησιμοποιούσαν καλούπια και διάφορα εργαλεία, που κατά κύριο λόγο κατασκεύαζαν οι ίδιοι, όπως σφυρί, βαριά, ψαλίδι, τρυπάνι, ακόνι, σιδεροπρίονο, τσεκούρι κ.α. και αργότερα (γύρω στο 1970) ηλεκτρικά εργαλεία, όπως ηλεκτρικό τρυπάνι κ.α.

Με τη διαδικασία της στόμωσης, που αφορούσε στην απότομη ψύξη διάπυρου σιδήρου μέσω της επαφής του με υγρές ουσίες όπως νερό με λάδι ή σαπούνι (και σπανιότερα αέριες ή στερεές), οι σιδεράδες αύξαιναν τη σκληρότητα του σιδήρου, αλλά ταυτόχρονα τον καθιστούσαν πιο εύθραυστο. Όταν η στόμωση δεν έφερνε τα επιθυμητά αποτέλεσμα, επανέφεραν το σίδηρο στις αρχικές του ιδιότητες με τη διαδικασία της ανόπτησης: θέρμαιναν το υλικό σε μέτρια θερμοκρασία (χαμηλότερη της τήξης) και το έψυχαν με αργό ρυθμό. Τέλος, σε περιπτώσεις που ήθελαν να κάνουν κάποια σιδερένια αντικείμενα από απλό ή μαλακό σίδηρο) πιο ανθεκτικά, πρόσθεταν επίχρισμα χάλυβα, βυθίζοντάς τα σε υγρό χάλυβα.

Το επάγγελμα του σιδερά, άρχισε να φθίνει με τη μαζική βιομηχανική παραγωγή σιδερένιων αντικειμένων (εργαλείων, ειδών οικιακής χρήσης κ.α.) και έτσι περιορίστηκε στην εμπορία, επισκευή και τοποθέτηση σιδερένιων κατασκευών (όπως κιγκλιδώματα, πόρτες, κ.α.). Ορισμένοι απασχολούνται σήμερα (και) στις οικοδομές κατά τη διάρκεια τοποθέτησης σιδηροδοκών.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Ρουγκέλλη Φίλιππου (γ. 1919), [σιδερά], στην Αγιάσο Λέσβου στις 28/07/2004
  • Συνέντευξη Πανά Στέφανου, [πεταλωτή και σιδερά], στο Μανταμάδο Λέσβου, στις 23/07/2004
  • Μαυραγάνης Π. Γ., Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου. Παράδοση - Ιστορία - Η Ζωή και τα Έθιμα, Β΄ Έκδοση, Αθήνα 1995
  • Μολίνος Σ., Επώνυμα και Συντεχνίες, Εσνάφια, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1992
  • «Σίδηρος», Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και Ζωή», τόμος 17:63
  • «Χάλυβας», Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και Ζωή», τόμος 18:316