Σαπωνοποιοί

 

Το επάγγελμα του σαπωνοποιού ήταν ευρέως διαδεδομένο στο νησί της Λέσβου, αφού η πρώτη ύλη για την κατασκευή σαπουνιού είναι το λάδι, που υπήρχε σε αφθονία. Η τοπική προφορική παράδοση μάλιστα, αποδίδει μυθολογικά την εφεύρεση του σαπουνιού στη Σαπφώ, που λέγεται πως ανακάλυψε τυχαία την καθαρτική ιδιότητα του σαπουνιού όταν, καθώς ταξίδευε μ’ ένα καράβι, ένα αγγείο γεμάτο λάδι ράγισε απ’ τη θαλασσοταραχή και το λάδι αναμίχθηκε με υπολείμματα στάχτης (με την οποία καθάριζαν τις κουπαστές των καραβιών), οπότε, καθώς όλη τη νύχτα κουνιόταν το καράβι, σχηματίστηκε ένα παχύρρευστο υγρό με το οποίο η Σαπφώ έπλυνε τα πιάτα! Από τη σκοπιά των ιστορικών δεδομένων για την απώτερη καταγωγή του σαπουνιού, πιθανολογείται ότι προέρχεται από τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη, την αρχαία Αίγυπτο, ή την αρχαία Ρώμη .

Στα τέλη του 19ου αιώνα στον τομέα της σαπωνοποιίας δραστηριοποιούνται πολλές περιοχές της Λέσβου (κυριότερες: Μυτιλήνη, Πέραμα, Πλωμάρι, Παναγιούδα, Ασπροπόταμος, Μόλυβος, Πέτρα, Πολυχνίτος, Αγιάσος) και από τις αρχές του 20ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα ισχυρά σωματεία. Την ίδια περίοδο, η παραγωγή ήταν πολύ μεγάλη και κατά τον Μιχάλη Στεφανίδη , κυμαινόταν στους 11.000 τόνους σαπουνιού από τους οποίους εξήγαγαν (κυρίως στην Αττάλεια, στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και σε περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, στην Οδησσό και στη Βάρνα), περίπου τους μισούς. Έτσι, η Λέσβος όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Ενθύμιο Σαπωνοποιίας Λέσβου» το 1919 αναλάμβανε το 54% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών σαπουνιών και διέθετε το 50% των μεγάλων ατμοκίνητων σαπωνοποιείων (όπως του Ρουσέλη, καθώς και των Γεωργαντέλη, Τραγάκη και Παπουτσάνη - πριν το 1915 οπότε μεταφέρθηκε στον Πειραιά - στο Πλωμάρι).

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τη παρασκευή σαπουνιού είναι: λάδι, σόδα - καυστική ή ανθρακική, αλάτι και νερό, ενώ παλιότερα χρησιμοποιούσαν και (ν)ταλκ, μια σκόνη από ασβεστολιθικά τρίμματα που απαγορεύτηκε. Στα αρωματικά σαπούνια πρόσθεταν άρωμα λεβάντας, πεύκου κ.α., ενώ στα πράσινα μια ειδική πράσινη μπογιά. Για την παρασκευή σαπουνιού χρησιμοποιούσαν σχεδόν όλα τα είδη ελαίων, όπως φοινικέλαια, βαμβακέλαια, ηλιέλαια, ελαιόλαδα, εκτός από ορυκτέλαια και ιχθυέλαια. Γενικά χρησιμοποιούσαν μη βρώσιμα, μεγάλης οξύτητας λάδια, μέχρι 25 Baume για ραφινέ και μέχρι 50 Baume για σαπούνι, ενώ για κατώτερης ποιότητας σαπούνι χρησιμοποιούσαν (και) τηγανόλαδα, τυρόλαδα και ταγκά λάδια (παλιόλαδα ή κατακόλια).

Τα είδη των σαπουνιών που κυρίως παρασκεύαζαν ήταν κοινό λευκό, πράσινο, τύπου Μασσαλίας, αρωματικό, ιατρικά - σαπούνι με αμυγδαλέλαιο και κα(ν)τράν (για την πιτυρίδα), ξυρίσματος, τρίμματα (για μπουγάδα και πλυντήριο) και πιάτων. Η αναλογία των υλικών για την παρασκευή σαπουνιού ήταν περίπου 7 kg λάδι + 1,5 kg σόδα (25 βαθμών) + 1 τενεκές νερό + 1 kg αλάτι για 10kg σαπούνι, ενώ για τα αρωματικά σαπούνια στα 100 kg σαπούνι πρόσθεταν μια κανάτα αρώματος. Η παραδοσιακή διαδικασία παρασκευής λευκού σαπουνιού περνάει από τρεις φάσεις: τη χύλωση, την έκπλυση ή εξαλάτωση και το ψήσιμο, ενώ κάποιοι σαπωνοποιοί χρησιμοποιούσαν (σπάνια) μια επιπλέον φάση πριν την πρώτη, τη βραδεία σαπωνοποίηση, δηλαδή τοποθετούσαν στο καζάνι από το προηγούμενο βράδυ τη σόδα με το λάδι.

Α) Χύλωση: Έχυναν λάδι σε καζάνι και πρόσθεταν αραιή αλισίβα (σοδόνερο) 8-9 Baume το χειμώνα και 10-12 το καλοκαίρι, ίση με το βάρος του λαδιού. Στη συνέχεια έβραζαν το μίγμα στους 100 C, ενώ ανακάτευαν συνέχεια (πριν τους 70 C το λάδι εξουδετερώνεται - αφού η οξύτητά του μειώνεται στους 0,4 - 0,5 βαθμούς - και μετά τους 70 C αρχίζει η σαπωνοποίηση). Μετά από πέντε ώρες το μίγμα μετατρεπόταν σε πυκνόρρευστη μάζα στην επιφάνεια της οποίας υπήρχε ένας κιτρινωπός, γαλακτώδης χυμός (το σαπούνι). Συνέλεγαν τον αφρό και τον άφηναν να κρυώσει 10-12 ώρες. Σε κάποια χωριά η σαπωνοποίηση ολοκληρωνόταν σ’ αυτή τη φάση για λόγους οικονομίας, αλλά το σαπούνι που παραγόταν - σαπούνι χυλώσεως (emptage) - είχε πολλές προσμίξεις και υψηλή καυστικότητα .

Β) Έκπλυση ή Εξαλάτωση: Πρόσθεταν σε ένα καζάνι τον αφρό που είχαν συλλέξει από την προηγούμενη φάση σαπωνοποίησης και μαγειρικό αλάτι για να καθαρίσει το σαπούνι από ξένες ουσίες (αλισίβες και γλυκερίνη) και το θέρμαιναν ανακατεύοντας συνεχώς. Το σαπούνι ανέβαινε στην επιφάνεια και αφαιρούνταν οι αλισίβες (από μια βρυσούλα που βρίσκονταν στον πυθμένα του καζανιού). Η φάση αυτή διαρκούσε 6 ώρες και στη συνέχεια άφηναν το μίγμα ακίνητο για ώρες, σταματώντας τη θέρμανση, ώστε να χωριστεί το σαπούνι από τα υγρά.

Γ) Ψήσιμο: Έριχναν στο καζάνι μια ποσότητα αλισίβας (24-26 Baume), ίση με το μισό της ποσότητας του λαδιού, θέρμαιναν το μίγμα μέχρι βρασμού και το ανακάτευαν συνεχώς. Μετά, σταματούσαν για 3-4 ώρες, αφαιρώντας το υγρό του καζανιού. Επαναλάμβαναν 2-3 φορές τη διαδικασία. Τη δεύτερη φορά πρόσθεταν αλισίβα 24 για 8-10 ώρες, την τρίτη 25 για 15 ώρες, ενώ σταματούσαν όταν δεν παραγόταν καπνός και άσχημη μυρωδιά.

Στη συνέχεια, οι «μεσημεράδες» (συνεργείο συνήθως ηλικιωμένων εποχιακών εργατών) άπλωναν το σαπούνι στους «ταμπακάδες» (μεγάλους χώρους όπου κάθε 2 μέτρα υπήρχαν «τρέστα» - καδρόνια καλυμμένα με λαδόχαρτο και αργότερα με νάιλον), για να στεγνώνει το σαπούνι. Πρώτα το άπλωναν με το «μαλά» (ξύλινο μυστρί), στη συνέχεια «τραβούσανε κόφτρα» (το έκοβαν πρόχειρα) και τέλος κάποιος το πατούσε με το «παϊκό» (κόπανο). Την άλλη μέρα, ένας εργάτης ξυπόλυτος το έξυνε με το μαχαίρι και ένας άλλος το «έκανε μπερτάκι» (λείο) με μια λεπίδα. Με τις ξύστρες έπαιρναν τα τρίματα, τα έβαζαν σε σακούλες και τα πουλούσαν ως σκόνη πλυσίματος ρούχων. Μετά, με το κουμπάσο (διαβήτη) όριζαν σημάδια ορθογώνια ή τετράγωνα με τη βοήθεια στάθμης βουτηγμένης σε κόκκινη μπογιά και στάθμιζαν το σαπούνι οριζόντια και κάθετα. Τότε, «βούλωναν» (σφράγιζαν) το σαπούνι (το άσπρο σαπούνι το σφράγιζαν με ξύλινες σφραγίδες, ενώ το πράσινο και το αρωματικό περνούσαν από μηχάνημα, την πρέσα) και τέλος το έκοβαν (στην τελική του μορφή) με το μαχαίρι και την αβάρα (ιμάντα που βοηθούσε στην ευθεία κοπή των πλακών).

Η εκμηχάνιση της διαδικασίας σαπωνοποίησης δεν επηρέασε καθόλου την παρασκευή λευκού σαπουνιού. Τα μηχανήματα χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τα πράσινα, τα αρωματικά και τα σαπούνια τύπου Μασσαλίας, τα οποία απαιτούν μεγαλύτερη κατεργασία. Τα κυριότερα μηχανήματα ήταν το «μπουράτο» (είδος βαρελιού στο οποίο αναμίγνυαν το χρώμα με το σαπούνι) ο θερμοθάλαμος (όπου αποκτούσε «γυαλάδα» το σαπούνι Μασσαλίας), το κοπτήριο, η μήτρα και η πρέσα για το σφράγισμα των πράσινων σαπουνιών.

Η αμοιβή των σαπωνοποιών ήταν περίπου η εξής: από το παραγόμενο σαπούνι, κρατούσαν σχεδόν το 1/3 για τα έξοδα (σόδες κ.λ.π.) και πληρώνονταν επιπλέον το μεροκάματό τους σε αναλογία με τις υπηρεσίες που προσέφεραν. Έτσι, ο αν ο ψήστης έπαιρνε για παράδειγμα 10 χιλιάδες δρχ., ο μεσημεράς έπαιρνε 4 και ο βοηθός (βαστάζος) 2, ενώ όλοι εισέπρατταν πρόσθετα έσοδα και από τη διαδικασία ραφιναρίσματος ή εξουδετέρωσης των λαδιών.

Η χρονική περίοδος 1843-1928 θεωρείται ανοδική (έστω και με σκαμπανεβάσματα) για τη σαπωνοποιία της Λέσβου, ενώ από το 1929 μέχρι σήμερα φθίνουσα, αφού μετά την ένταξη της Λέσβου στο ελληνικό κράτος το 1912, και κυρίως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, χάθηκαν όλες τις αγορές τις Ανατολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι, τη συγκεκριμένη περίοδο (1912-1922), οι σαπωνοποιοί, προσπαθώντας να προωθήσουν την παραγωγή τους, άρχισαν να πουλούν στην τουρκική αγορά σαπούνια σφραγισμένα με τουρκική ή αραβική γραφή, ώστε να μην είναι εμφανής η προέλευσή τους. Σήμερα στο νησί της Λέσβου υπάρχουν μόνο τρία σαπωνοποιεία (ενώ το διάστημα 1880-1912 λειτουργούσαν 92, με 800 εργαζόμενους), που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες μεγάλες βιομηχανίες και έτσι σιγά - σιγά η τέχνη της σαπωνοποιίας στη Λέσβο αρχίζει να χάνεται.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Μιχαλέλλη Μιχάλη [σαπουνά] - με τη συμμετοχή Ψαρρού Νίκου, Πετρέλλη Μπάμπη, στο Πλωμάρι Λέσβου, στις 05/10/2005
  • Συνέντευξη Χονδρομπίλα Βασίλη [σαπουνά], χ.χ.
  • Ιστορία και Προοπτική του Σαπουνιού, περιβαλλοντική ομάδα Γυμνασίου Πλωμαρίου, (επιμ.) Χ. Πετρέλλης - Π. Φρυδάς, στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος «Ανακύκλωση μη Βρώσιμου Λαδιού και Παραγωγή Σαπουνιού από Λάδι Ελιάς», τυπογραφείο ΑΦΟΙ Ι. Πασπάτη & Σία Ο.Ε., Πλωμάρι, 2005