Σαμαράδες

 

Σαμαράδες, σαμαροποιοί ή σαγματοποιοί ονομάζονταν οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν σαμάρια - σάγματα, τα εξαρτήματα δηλαδή που τοποθετούνται στη ράχη των υποζυγίων και χρησιμεύουν ως κάθισμα του αναβάτη ή/και για τη στερέωση φορτίων. Το επάγγελμα του σαμαροποιού χρονολογείται σχεδόν από την απαρχή της χρήσης ζώων (όπως άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια) ως υποζυγίων. Ήταν ένα βιοποριστικό επάγγελμα και παράλληλα μια λαϊκή τέχνη όσον αφορά τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο των σαμαριών. Η τέχνη του σαμαρά συνήθως μεταλαμπαδευόταν από πατέρα σε γιο και σπανιότερα διδάσκονταν από κάποιο παλιό μάστορα σε μαθητευόμενους (αφού οι σαμαράδες δούλευαν συνήθως χωρίς βοηθούς).

Η κατασκευή του σάγματος περνούσε από έξι φάσεις και ολοκληρωνόταν σε τέσσερις μέρες περίπου. Κατά την πρώτη φάση, ο τεχνίτης έπαιρνε τα μέτρα του ζώου για το οποίο θα κατασκεύαζε το σαμάρι, το οποίο έπρεπε να είναι τέσσερα δάχτυλα μεγαλύτερο από τα πλευρά του ζώου («να έχει τέσσερα δάχτυλα αέρα») για να μην ενοχλεί το ζώο. Στη συνέχεια έκοβε τα ξύλα στο απαραίτητο σχήμα για τη δημιουργία του σκελετού του σαμαριού (το ξύλινο μέρος). Στην τρίτη φάση γινόταν η συναρμολόγηση των ξύλων του σαμαριού: πρώτα στερεώνονταν τα κεντέκια - βάσεις που συνέδεαν το μπροστινό («νόμο») και το πίσω μέρος του σκελετού, στη συνέχεια τα «σκαρβέλια» ή «πλανέτες» που σταθεροποιούσαν και ενίσχυαν τη σύνδεση του «νόμου» με το πίσω μέρος του σκελετού. Οι πλανέτες προεξείχανε από το «νόμο» (στην πρόσθια όψη) και είχαν μια εγκοπή, όπου έδεναν τα φορτία, ενώ αντίστοιχη εγκοπή υπήρχε και στο πίσω μέρος του σαμαριού.

Στην τέταρτη φάση έραβαν τον κετσέ (ύφασμα από κατσικότριχα που κάλυπτε εξωτερικά το σαμάρι) με το δέρμα, το στερέωναν στο σκελετό και το γέμιζαν με άχυρο (περισσότερο στην μπροστινή και πίσω πλευρά όπου έπεφτε το φορτίο και ελάχιστα στη μέση, για να μη βαραίνει στη ραχοκοκαλιά του ζώου). Στην πέμπτη φάση, διακοσμούσαν το «νόμο» και το πίσω μέρος του σαμαριού με ξυλόγλυπτα σχέδια και τοποθετούσαν διάφορες χάντρες, καρφιά κ.α. και τέλος το έβαφαν.

Όταν τα σαμάρια έσπαγαν σε κάποιο σημείο τα επισκεύαζαν, ή όπως αναφέρουν οι ίδιοι τα «μπαλώνανε», τοποθετώντας τσέρκι - λαμαρίνα στις σπασμένες περιοχές, ενώ κάθε πέντε με έξι χρόνια, άλλαζαν τον κετσέ και τοποθετούσαν καινούριο άχυρο, αφού «χαλούσε» λόγω της χρήσης.

Τα κύρια εργαλεία του σαγματοποιού ήταν: πριόνι, τσεκούρι, σφυρί, σκαρπέλα, ροκάνι, τρυπάνι, ψαλίδι, σακοράφα, φαλτσοκόφτης (εργαλείο για τομές) κ.α., ενώ τα υλικά ήταν ξύλο (κυρίως από καρυδιά ή πλατάνι - γερά ξύλα, αλλά παράλληλα βαριά, αλλά και ξύλα από ιτιά ή μουριά - πιο ελαφριά, αλλά λιγότερο γερά), δέρμα, κετσές, άχυρο, μεγάλα καρφιά για στερέωση και μικρότερα για διακόσμηση, σπάγκος, βερνίκι, πινέλο, χάντρες.

Με την εμφάνιση των αυτοκινήτων η αναγκαιότητα ύπαρξης σαμαριών - άρα και σαμαράδων έπαψε να υπάρχει. Σήμερα στη Χίο (αλλά) και στη Λέσβο υπάρχουν ελάχιστοι σαμαράδες, που ασχολούνται κυρίως με την κατασκευή διακοσμητικών σαμαριών.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Καρανικόλα Απόστολου [σαμαρά και ψάλτη], στο Μανταμάδο Λέσβου, στις 23/07/2004
  • Συνέντευξη Κυριαζή Χαράλαμπου [σαμαροποιού] στο Πλωμάρι της Λέσβου, στις 24/01/1996, στο πλαίσιο υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιμέλεια Σ. Χτούρη
  • Συνέντευξη Μουτάφη Θωμά [σαμαροποιού] στη Βολισσό της Χίου, στις 11/07/2005
  • Παρασκευαΐδης Χ., Η παλαιά Αγία Παρασκευή Λέσβου: Ιστορικά, γενεαλογικά και λαογραφικά Ανάλεκτα, Πνευματικό Κέντρο της Κοινότητας Αγίας Παρασκευής Λέσβου, Αθήνα - Αγία Παρασκευή, 1991
  • Σκλεπάρη Δ., «Η Λαϊκή Τέχνη και τα Σαμάρια», Μυτιλήνη, Τόμος Α΄, Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης «Ο Θεόφιλος», Μυτιλήνη, 1984