Ράπτες

 

Το επάγγελμα αυτό γνώρισε μεγάλη άνθιση από τα μέσα (περίπου) του 19ου μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα στην περιοχή του Β. Αιγαίου και της Μ. Ασίας, αφού η οικονομική ανάπτυξη προώθησε αλλαγές στα ενδυματολογικά πρότυπα, αλλά και επέτρεψε την οικονομική άνεση για παραγγελίες ενδυμάτων σε εξειδικευμένους τεχνίτες, πέρα από την οικιακή παραγωγή. Μάλιστα η εξειδίκευση των τεχνιτών αρχικά ήταν μεγαλύτερη: οι «φραγκοράφτες» έραβαν μόνο «δυτικές» ενδυμασίες, οι «αμπατζήδες», έραβαν τους αμπάδες (βαριά τσόχινα πανωφόρια), κ.ο.κ. Από τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα οι «δυτικές» ενδυμασίες κυριάρχησαν, αλλά το εύρος των εργασιών παρέμεινε σταθερό: μόνο στην πόλη της Μυτιλήνης τη δεκαετία του 1950 τα ραφεία έφταναν τα 58, αν και τα περισσότερα στεγάζονταν σε νοικιασμένους και όχι σε ιδιόκτητους χώρους. Οι νέοι ράφτες (ή ραφτάδες) μάθαιναν την τέχνη ως «τσιράκια» (βοηθοί) κάποιου μάστορα και στη συνέχεια ή συνεταιρίζονταν με το «μάστορά τους», ή άνοιγαν το δικό τους μαγαζί. Οι περισσότεροι ράφτες στη Λέσβο ήταν προσφυγικής καταγωγής, δηλαδή Μικρασιάτες, Κωνσταντινουπολίτες, Σμυρνιοί, Αιβαλιώτες.

Τα ραφεία αποτελούσαν δημοφιλή τόπο συνάθροισης, όχι μόνο πελατών, αλλά και διερχόμενων ή αργόσχολων, εξυπηρετούσαν δηλαδή, όπως και τα καφενεία, τη λειτουργία της «αγοράς του Δήμου». Εκεί συζητούσαν τα νέα της πόλης, τα τρέχοντα κουτσομπολιά, αλλά και πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Οι ράφτες ειδικεύονταν συνήθως στα ανδρικά ρούχα, αφού η αντίστοιχη ειδικότητα που αφορούσε στις γυναίκες ήταν οι μοδίστρες, αλλά έραβαν κατ’ εξαίρεση και γυναικεία ενδύματα.

Οι πιο συνηθισμένες περίοδοι που επέλεγαν οι πελάτες «να ραφτούν» ήταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, αφού οι εορταστικές μέρες απαιτούσαν όμορφα, καινούργια ρούχα, αλλά υπήρχαν διάφορες παραγγελίες σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Τα υφάσματα πωλούνταν με το μέτρο. Συνήθως οι πελάτες έφερναν στο ράφτη τα υφάσματα που αγόραζαν από τα υφασματοπωλεία, σύμφωνα με τις δικές τους επιλογές. Πολλές φορές όμως, οι ράφτες συνόδευαν τους πελάτες τους στα υφασματοπωλεία, μετά από δική τους επιμονή, για να τους βοηθήσουν στην επιλογή του υφάσματος. Πέρα από ένα καλό ποιοτικά ύφασμα, σημαντική ήταν η επιλογή των χρωμάτων και των σχεδίων, ανάλογα με τη σωματική διάπλαση του εκάστοτε πελάτη.

Όπως τόνισαν παλιοί ράφτες, η δουλειά του ράφτη είναι να καλύψει τις ατέλειες του σώματος. Σε γενικές γραμμές, αν κάποιος ήταν εύσωμος του πρότειναν πιο σκούρα χρώματα, ενώ σε κάποιον κοντό συμβούλευαν να επιλέξει ριγέ σχέδια. Συχνά υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ υφασματοπωλών και ραφτών, αλλά οι πελάτες συντάσσονταν συνήθως με τη γνώμη του «μάστορα» (ράφτη). Μερικές φορές οι ράφτες είχαν συμβουλευτικό ρόλο ακόμη και στην επιλογή του πουκάμισου, της γραβάτας, του μαντηλιού, των κουμπιών, ακόμη και των καλτσών που θα συνόδευαν το κουστούμι που αναλάμβαναν να ετοιμάσουν. Πολλοί τακτικοί πελάτες ζητούσαν από το ράφτη τους να διαλέξει αυτός τα συμπληρώματα του κουστουμιού, ακόμη και χωρίς τη δική τους παρουσία. Αρκετοί ράφτες εμπορεύονταν και οι ίδιοι υφάσματα.

Τα ρούχα ράβονταν «πάνω στο σώμα» του κάθε πελάτη. Σε πελάτες που ράβονταν για πρώτη φορά, μπορεί να χρειάζονταν αρκετές πρόβες (συνήθως μέχρι τρεις). Αν οι πελάτες ήταν τακτικοί, ένας καλός ράφτης μπορούσε να ετοιμάσει τα ρούχα και χωρίς πρόβες. Οι ράφτες ήταν πάντα ενημερωμένοι για τις εξελίξεις της μόδας, αφού κάθε χρόνο παρήγγειλαν τα σχετικά «φιγουρίνια» (περιοδικά ένδυσης) από την Αθήνα και τα πρακτορεία ξένου τύπου. Τα φιγουρίνια, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, αποτελούσαν βασικό εργαλείο κάθε ράφτη, αφού παρείχαν τα πρότυπα που εφάρμοζε στη συνέχεια στο σώμα κάθε πελάτη. Πολλοί πελάτες περίμεναν τα νέα φιγουρίνια για να ραφτούν, αφού η βόλτα στην Αγορά ή στην παραλία την Κυριακή το βράδυ μεταμορφωνόταν σε πασαρέλα.

Οι ράφτες δημιούργησαν ομοσπονδία ραπτών - εμποροραπτών Ελλάδος, η οποία για πολλά χρόνια ήταν πολύ ισχυρή και ενεργή, φθάνοντας τα 4000 μέλη σε όλη την Ελλάδα τις δεκαετίες 1970 - 1980. Μετά την ανάπτυξη των έτοιμων ενδυμάτων, το επάγγελμα του ράφτη άρχισε να φθίνει και σήμερα είναι πια λίγοι αυτοί που επιλέγουν το συγκεκριμένο επάγγελμα.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Μαρίνου Κανέλη στη Μυτιλήνη, 05/2004