Ραβδοσκόποι

 

Οι ραβδοσκόποι ήταν αρμόδιοι για την ανακάλυψη υπόγειων πηγών νερού. Ο ρόλος τους ήταν ιδιαίτερα σημαντικός στις μικρές αγροτικές κοινότητες, δεδομένου ότι στο παρελθόν δεν υπήρχαν οι σύγχρονες επιστημονικές μελέτες που προσδιορίζουν (ή έστω επιδιώκουν να προσδιορίσουν) με σχετική ακρίβεια τα υπόγεια υδάτινα δίκτυα και τις δεξαμενές που μπορούν να υδροδοτήσουν οικισμούς ή αγροτικές καλλιέργειες. Φυσικά δεν υπήρχε ούτε οργανωμένο δίκτυο ύδρευσης, ούτε μεγάλες τεχνικές δυνατότητες εκτεταμένων εκσκαφών, οπότε η επιτυχία ή η αποτυχία των ραβδοσκόπων έκρινε - μερικές φορές - το επίπεδο διαβίωσης και υγιεινής ολόκληρων οικισμών.

Βέβαια οι μέθοδοι που υιοθετούσαν οι ραβδοσκόποι για τον εντοπισμό υπόγειων κοιτασμάτων νερού παρέμεναν (και παραμένουν) αμφίσημες. Προσπαθούσαν να εντοπίσουν τα υπόγεια κοιτάσματα με τη βοήθεια ενός διχαλωτού ραβδιού με τη μορφή ανάποδου Υ (Ύψιλον), που κρατούσαν από τις δύο άκρες της διχάλας, ενώ η άλλη άκρη παλλόταν ελεύθερη. Όπως ισχυρίζονταν οι ίδιοι, όταν προσέγγιζαν σε υπόγεια κοιτάσματα, η ελεύθερη άκρη παλλόταν έντονα, οπότε μπορούσαν να προσδιορίσουν όχι μόνο κοιτάσματα νερού, αλλά και να παρακολουθήσουν (και ουσιαστικά να «χαρτογραφήσουν) τη διαδρομή υπόγειων ρευμάτων, καθώς και τα σημεία συμβολής τους, όπου σχηματίζονταν μεγάλες εναποθέσεις υδάτων, καθώς και - κατά προσέγγιση - το βάθος κάθε πιθανής φυσικής δεξαμενής, που έκρινε και τις δυνατότητες εκμετάλλευσης με τα ελλειμματικά τεχνικά μέσα που υπήρχαν διαθέσιμα μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 20ου αιώνα.

Κατά καιρούς προτάθηκαν διάφορες επιστημονικές εξηγήσεις για τη ραβδοσκοπία. Οι περισσότερες εστιάζουν στην επίδραση των μαγνητικών πεδίων της γης που διαφοροποιούνται ανάλογα με το συμπαγές ή κοίλο υπέδαφος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ελεύθερη οξεία άκρη του ραβδιού των ραβδοσκόπων (υποτίθεται ότι) αποτελεί ένα σημείο συγκέντρωσης μαγνητικών φορτίων (κατά αντίστοιχο τρόπο με τη συγκέντρωση ηλεκτρικών φορτίων στα αλεξικέραυνα) που αλληλεπιδρούν με τα μαγνητικά πεδία του υπεδάφους και με αυτό τον τρόπο ωθούν το ραβδί σε κίνηση. Βέβαια αυτή η εξήγηση δεν είναι απολύτως ικανοποιητική, αφού δεν διευκρινίζει γιατί ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν το «χάρισμα» (ή έστω την αυξημένη ευαισθησία) της ραβδοσκοπίας, ενώ άλλοι δεν αισθάνονται τίποτα όταν πιάσουν στα χέρια τους τη διχαλωτή ράβδο . Παρ’ όλα αυτά, οι αφηγήσεις ηλικιωμένων επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα των ραβδοσκόπων, παρότι καταγράφουν και αποτυχίες.

Σε κάθε περίπτωση οι ραβδοσκόποι διέθεταν ένα αμφίσημο κοινωνικό στάτους, αφού ήταν εν μέρει «ύποπτοι» μαγγανείας, οπότε αντιμετώπιζαν και την καχυποψία των εκπροσώπων της εκκλησίας. Οι πιθανές επιτυχίες τους αντιστάθμιζαν την καχυποψία και την κοινωνική απόρριψη, αλλά ταυτόχρονα τους απομάκρυναν από την ομαλή κοινωνική ένταξη, ιδιαίτερα σε μικρές αγροτικές κοινωνίες. Γι’ αυτό, λέγεται ότι, ορισμένοι, παρότι διέθεταν το «χάρισμα» απέφευγαν να το αξιοποιήσουν ή έστω να το δηλώσουν δημόσια. Τέλος, παρότι ορισμένοι ραβδοσκόποι κέρδιζαν σημαντικά χρηματικά ποσά μετά από μια επιτυχημένη ανίχνευση νερού, δεν υπήρχε προσδιορισμένη αμοιβή, ούτε συστηματική εργασιακή προοπτική. Έτσι οι ραβδοσκόποι δεν είχαν μόνιμη επαγγελματική απασχόληση, αλλά αναλάμβαναν ορισμένες φορές να ασκήσουν την τέχνη τους έναντι αμοιβής ή ως χάρη προς κάποιους φίλους ή συγγενείς, ενώ η κύρια επαγγελματική τους απασχόληση ήταν διαφορετική.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Σιδωράκη Δημήτρη [ραβδοσκόπου], στη Χίο, στις 10/07/2005