Πιλοποιοί

 

Η τέχνη του πιλοποιού έπρεπε να προσαρμόζεται πάντοτε σε μεταβαλλόμενες απαιτήσεις, αφού το είδος και η χρήση των καπέλων παρακολουθούσε συνήθως τις πολιτιστικές και κοινωνικές συνήθειες κάθε εποχής.

Όπως αναφέρει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Η τραγιάσκα» , το καπέλο αντανακλούσε παλιότερα την κοινωνική βαθμίδα του φορέα του (π.χ. ο πλούσιος αστός αγόραζε μια πανάκριβη ρεπούμπλικα από καστόρι ή τρίχα λαγού, ενώ ο μικροαστός ένα φτηνό μάλλινο καβουράκι), ενώ ακόμη και σήμερα στα ένστολα σώματα και στον κλήρο, δεν δηλώνει μόνο τον κοινωνικό οργανισμό όπου ανήκει ο καθένας, αλλά και τη θέση του στην οικεία ιεραρχία. (π.χ. ο φαντάρος φοράει δίκοχο και ο αξιωματικός πηλήκιο, ο ιερέας καλυμμαύκι και ο αρχιμανδρίτης καλυμμαύκι με πλερέζα).

Οι πιλοποιοί κατασκεύαζαν κατά κύριο λόγο καπέλα για άνδρες, ενώ τα γυναικεία τα έραβαν, ως επί το πλείστον, οι «καπελούδες». Τα είδη των καπέλων διαφέρουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. Στη Λέσβο, οι πιλοποιοί έραβαν παλιά το αϊβαλιώτικο κάλυμμα της κεφαλής που φορούσαν οι βρακάδες (το «καλπάκι», το οποίο κατασκευάζουν και σήμερα για τις παραδοσιακές στολές) και το «μυτιληνιό» ναυτικό πηλήκιο, ενώ εκτός από αυτά έφτιαχναν και ρεπούμπλικες (καπέλα με στενό κυκλικό γύρο), «καβουράκια» (που έμοιαζαν με μικρές ρεπούμπλικες), τραγιάσκες (είδος λαϊκού κασκέτου με γείσο), «κουκουβάγιες», (σχολικά πηλήκια που φορούσαν οι μαθητές πριν το 1940 και ονομάζονταν έτσι από την κουκουβάγια που έφεραν στη μέση ως σύμβολο της σοφίας), καπέλα για τα ένστολα σώματα και τον κλήρο, ενώ τα καλοκαιρινά τα αγόραζαν έτοιμα και τα μεταπουλούσαν, γιατί απαιτούσαν διαφορετικά μηχανήματα (πρέσες) και άλλη τεχνική.

Το 19ο αιώνα, όλη η διαδικασία κατασκευής ενός καπέλου, η οποία συμπεριλάμβανε διάφορα στάδια, γινόταν χειροποίητα και απαιτούσε πολύ χρόνο. Στη συνέχεια, με τη χρήση των ραπτομηχανών, ένας επιδέξιος τεχνίτης χρειαζόταν τουλάχιστον δύο ώρες για να ολοκληρώσει ένα καπέλο. Οι μεταγενέστερες τεχνολογικές εξελίξεις που συμπυκνώνονται στη δημιουργία ηλεκτρικών μηχανών, πιο ελαφριών και πιο μεγάλων, δεν μετέβαλλαν ιδιαίτερα τη διαδικασία. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι πιλοποιοί είναι: μηχανή για ράψιμο, μεζούρα για να πάρουν μέτρα από τον πελάτη και φυσικά ψαλίδι και καρφίτσες, ενώ, τέλος, καλούπι για το καπέλο. Καλούπια υπήρχαν για κάθε είδος καπέλου σε μεγέθη από 54 - 61 νούμερο και ήταν συνήθως ξύλινα. Τα υλικά ήταν: υφάσματα, κλωστή (40 νούμερο), κουμπιά και χαρτόνι ή πλαστικό για το γείσο των καπέλων.

Η κύρια πτώση στις πωλήσεις των καπέλων επήλθε στην περίοδο της Κατοχής και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (ενώ την ίδια περίοδο καταργήθηκαν από τον Γεώργιο Παπανδρέου και οι «κουκουβάγιες», που προσέδιδαν ένα μόνιμο εισόδημα στους πιλοποιούς), ενώ στη συνέχεια η δεύτερη μεγάλη κρίση παρουσιάστηκε γύρω στο 1950 - 1955. Σήμερα, η τέχνη του πιλοποιού χάνεται σιγά - σιγά (στη Μυτιλήνη αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας πιλοποιός, ενώ το 1950 υπήρχαν τρεις), αφού οι καταναλωτές έχουν στραφεί στα καπέλα βιομηχανικής παραγωγής.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Γρηγοράκη Γιάννη [πιλοποιού], στο μαγαζί του στη Μυτιλήνη, στις 08/07/2005
  • Συζήτηση με τον Ιωαννίδη Μαργαρίτη, ιδιοκτήτη καταστήματος καπέλων
  • Πετρόπουλος Η., Η Τραγιάσκα, Πατάκης, Αθήνα, 2000
  • Φιλίππου Φ., «Φολκλόρ, Ταξίδι με Σκούφια: όπου το ανδρικό καπέλο γίνεται πρόσχημα για τον Ηλία Πετρόπουλο να ξεσπαθώσει ξανά κατά των αστικών αξιών», Το Βήμα - Βιβλία, 11-02-2001: 48
  • http://www.hri.org/culture97/gr/magazine/t7/tsankap.htm