Πηγαδάδες

 

Οι επαγγελματίες τεχνίτες που κατασκεύαζαν πηγάδια ονομάζονται «πηγαδάδες». Συνήθως η κατασκευή πηγαδιών δεν ήταν το κύριο επάγγελμα τους. Οι περισσότεροι ασχολούνταν γενικά με τις οικοδομικές εργασίες, αφού πηγάδια χτίζονταν μόνο κατά την εποχή του καλοκαιριού ενώ και η ζήτηση ήταν περιορισμένη επειδή η κατασκευή κόστιζε αρκετά. Οι μάστορες που αναλάμβαναν να φτιάξουν τα πηγάδια είχαν συνήθως τέσσερις με πέντε εργάτες στη δούλεψή τους, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου μάθαιναν την τεχνική απ’ το μάστορα και μπορούσαν να αργότερα να δουλέψουν και οι ίδιοι ως μάστορες.

Τα πηγάδια τα έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδηλώνουν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Η διάμετρος και το βάθος του πηγαδιού εξαρτιόταν κυρίως από τις οικονομικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη. Φυσικά, όσο μεγαλύτερο ήταν, τόσο πιο ακριβά κόστιζε. Στο σημείο που είχε επιλεγεί, έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό λάκκο με μορφή κύκλου, που είχε διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Σ’ αυτόν έμπαιναν δύο εργάτες που άρχιζαν να σκάβουν σε βάθος. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των χαλικιών, το γύρω-γύρω του πηγαδιού δηλαδή, θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, έτσι ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό.

Αφού έσκαβαν περίπου δύο μέτρα σε βάθος, εγκαθιστούσαν ένα μικρό μαγκάνι (βαρούλκο), στο οποίο τοποθετούσαν κοφίνια (καφάσια) μαζί μ’ ένα τσουβάλι (για βαρίδι) που έδεναν με σχοινιά, για να ανεβάζουν τα σκαμμένα χώματα και τις πέτρες. Μέσα στο λάκκο ήταν δύο εργάτες που έσκαβαν και φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στο μαγκάνι, το οποίο τραβούσαν και άδειαζαν οι άλλοι δύο εργάτες πάνω. Σε περίπτωση που συναντούσαν μεγάλες πέτρες καθώς έσκαβαν σε βάθος, έπρεπε να τις «σπάσουν». Αυτό το έκαναν με τη χρήση δυναμίτη, ανατινάζοντας σιγά-σιγά (γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο) κομμάτια της πέτρας. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό. Συνήθως έβρισκαν νερό στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος. Εάν δεν έβρισκαν νερό σ’ αυτό το βάθος, δεν συνέχιζαν την κατασκευή.

Όταν συναντούσαν νερό, άρχιζαν να χτίζουν το πηγάδι από κάτω προς τα πάνω. Δύο άτομα ήταν μέσα στο πηγάδι και με τη βοήθεια του μικρού μαγκανιού μετέφεραν πέτρες τις οποίες τοποθετούσαν κάθετα στην επιφάνεια του λάκκου, ενώ για να τις «μπαζώσουν» τις «χαλίκωναν», τις επικάλυπταν δηλαδή με χαλίκια. Η όλη κατασκευή έμοιαζε με ξερολιθιά, ώστε να στραγγίζει το νερό μέσα και να μην απορροφάται από τα τοιχώματα. Όταν πια είχε χτιστεί το πηγάδι από κάτω περίπου στο ένα μέτρο, άρχιζε δηλαδή να «ψηλώνει», έφτιαχναν «μαδεράκια», δηλαδή κατασκευές σαν ξύλινα «παταράκια», πάνω στα οποία πατούσαν για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω.

Τόσο κατά την διαδικασία του σκαψίματος όσο και του χτισίματος, όταν ο λάκκος ήταν σχετικά βαθύς, οι εργάτες χρησιμοποιούσαν αρχικά σκάλα για ν’ ανεβοκατεβαίνουν, ενώ όταν ήταν πια αρκετά βαθύς, χρησιμοποιούσαν το μικρό μαγκάνι: το τοποθετούσαν πάνω σε δύο ξύλα σαν διχάλα (αφού το είχαν γρασάρει) κι’ έδεναν ένα σχοινί με γάντζο πάνω στον οποίο δενόταν ο εργάτης για να κατέβει ή ν’ ανέβει. Σήμερα έχουν απομείνει πολύ λίγοι πηγαδάδες, αφού πλέον τα σπίτια δεν χρειάζονται τα πηγάδια για να προμηθεύονται νερό, ενώ όσοι φτιάχνουν ακόμα πηγάδια στα σπίτια τους δεν το κάνουν τόσο για χρηστικούς λόγους όσο για διακοσμητικούς.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Μουστρίδη Θεοδόση, [πηγαδά], στη Χίο, στις 11/07/2005