Παραδοσιακοί Μουσικοί

 

Οι παραδοσιακοί μουσικοί αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία επαγγελματιών που καθιερώθηκε στο χώρο του Β. Αιγαίου περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Η οικονομική και πολιτιστική άνθιση της ευρύτερης περιοχής του ανατολικού Αιγαίου με επίκεντρα την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη οδήγησε σε αυξημένη ζήτηση νέων μορφών ψυχαγωγίας και αναψυχής, κατ’ αρχήν στις αστικές και στη συνέχεια και στις ημι-αστικές και στις αγροτικές περιοχές. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η μουσική επιτέλεση συνδέθηκε με ένα ευρύ υπερτοπικό ρεπερτόριο (που έγινε αργότερα γνωστό ως «μικρασιάτικη μουσική», ή «μικρασιάτικα»), το οποίο συνδύαζε επιρροές από τις χώρες της δυτικής Ευρώπης με διαχρονικές παραδόσεις της Ανατολής. Δημιουργήθηκαν πολυπρόσωπες ορχήστρες που συμπεριλάμβαναν συνήθως σαντούρι, βιολί, κοντραμπάσο, κλαρίνο, κρουστά, αλλά και χάλκινα πνευστά όπως τρομπέτα (κορνέτα), τρομπόνι, ευφώνιο. Οι συγκεκριμένες ορχήστρες έπαιζαν κυρίως ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες, συρτά, αλλά και βαλς, ταγκό, ακόμη και μουσικά αποσπάσματα από όπερες και οπερέτες. Αρκετοί μουσικοί -ιδίως στα αστικά κέντρα- διέθεταν σημαντική μουσική παιδεία, ενώ αρκετοί άλλοι ήταν πρακτικοί οργανοπαίκτες που έπαιζαν «με το αυτί» (χωρίς να διαβάζουν παρτιτούρες).

Σε κάθε περίπτωση όμως η συστηματική ενασχόληση με τη μουσική απαιτούσε συστηματική μαθητεία και άσκηση από σχετικά μικρή ηλικία (δέκα έως δεκαπέντε ετών), οπότε σταδιακά συνδυάστηκε με την οικονομική αποζημίωση των μουσικών, συχνά με τη μορφή αυθόρμητων οικονομικών προσφορών που συνόδευαν την ικανοποίηση μιας «παραγγελίας προς τους ‘παιχνιδιατόρους’ ή ‘τα όργανα’», αλλά και πάγιων αμοιβών. Άλλωστε σταδιακά παγιώθηκε και η παρουσία τους σε μια σειρά εκδηλώσεων του «κύκλου του χρόνου» και του «κύκλου της ζωής», αφού τους καλούσαν σε όλα τα πανηγύρια, τις χοροεσπερίδες, αλλά και τα αυθόρμητα γλέντια σε καφενεία και σε σπίτια, αλλά και σε βαφτίσια, γάμους, κ.ο.κ. Οι οικονομικές απολαβές των μουσικών ήταν σημαντικές, αφού σε ένα «καλό» βράδυ σε ένα γλέντι μπορούσαν να κερδίσουν σχεδόν όσα θα κέρδιζε ένας μέσος εργάτης ή υπάλληλος σε ένα μήνα. Από την άλλη, η ζωή τους ήταν κουραστική ενώ το επάγγελμά τους επίπονο: ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν αδιαμαρτύρητα κάθε «παραγγελία», να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που δημιουργούσαν μεθυσμένοι ή επιθετικοί γλεντιστές και να παίζουν πολλές φορές συνεχώς επί δύο ή τρία εικοσιτετράωρα με ελάχιστα διαλείμματα. Παράλληλα η αύξηση του αριθμού τους οδήγησε και σε αυξημένο ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες «δουλειές», ενώ οι αμοιβές τους παρέμειναν εξαρτημένες από τις διαθέσεις και τις προσφορές («χαρτούρας») των γλεντιστών, με αποτέλεσμα να βιώνουν μια μόνιμη ανασφάλεια. Γι’ αυτό, οι περισσότεροι ήταν ημι-επαγγελματίες, δηλαδή ασκούσαν επικουρικά το επάγγελμα του μουσικού, αλλά διέθεταν και μια άλλη επαγγελματική ενασχόληση (όπως για παράδειγμα, ελαιοκαλλιεργητές, τσαγκάρηδες, κ.ο.κ.).

Η «χρυσή περίοδος» των συγκεκριμένων μουσικών εντοπίζεται από τις αρχές μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποκόπηκαν από τις πηγές της δημιουργικής τους έμπνευσης, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, καθώς και η αυξανόμενη μετανάστευση και η οικονομική ύφεση τη δεκαετία του 1950, οδήγησε σε μείωση των απολαβών τους και των ευκαιριών εργασίας. Οι μεγάλες ορχήστρες σταδιακά υποκαταστάθηκαν από μικρότερα σχήματα που συμπεριλάμβαναν μπουζούκι, κιθάρα, ακορντεόν (και στη συνέχεια αρμόνιο) και ντράμς, το ρεπερτόριο εξομοιώθηκε βαθμιαία με το γενικότερο πανελλαδικό «λαϊκό» ρεπερτόριο, ενώ τα γλέντια στα καφενεία, σπίτια και υπαίθριους χώρους υποκαταστάθηκαν αρχικά (εν μέρει) από τα ειδικά «λαϊκά» κέντρα διασκέδασης («μπουζουκτσήδικα») και τελικά (για την πλειονότητα των νέων) από τη σύγχρονη εκδοχή διασκέδασης στα «μπαρ». Σήμερα ελάχιστοι εξακολουθούν να ασκούν το επάγγελμα του παραδοσιακού μουσικού, τουλάχιστον με τους όρους του παρελθόντος. Οι νέοι ταλαντούχοι μουσικοί επιδιώκουν συνήθως να φύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπου έχουν περισσότερες πιθανότητες εργασιακής αποκατάστασης, ενώ οι περισσότεροι δεν αξιοποιούν στην επαγγελματική τους διαδρομή τα ακούσματα που συνδέονται με τις «παραδοσιακές μουσικές» του τόπου καταγωγής τους.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνεντεύξεις με τον μουσικό Νίκο Καλαϊτζή (γνωστό και ως «Μπινταγιάλα»), από το Μεσότοπο Λέσβου, το 1995
  • Συνεντεύξεις με τον τραγουδιστή και «πετρά σετιών» Σόλωνα Λέκκα, από την Πηγή Λέσβου, από το 1995 μέχρι το 2000
  • Συνεντεύξεις με μουσικούς της Λέσβου, της Χίου, της Λήμνου και των Ψαρών, στο πλαίσιο υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου» (1997 - 1999), με επιμέλεια Σ. Χτούρη
  • Διονυσόπουλος Ν., Λέσβος Αιολίς. Τραγούδια και χοροί της Λέσβου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης - Επιτροπή Ερευνών Πανεπιστημίου Αιγαίου, Αθήνα, 1997
  • Παπαγεωργίου Δ., «Μουσικές πρακτικές», στο Χτούρης Σ. (επ.), Μουσικά Σταυροδρόμια στο Αιγαίο: Λέσβος (19ος - 20ος αι.), Εξάντας, Αθήνα, 2000
  • Παπαγεωργίου Δ., «Οι δρόμοι της Ανατολής στο Αιγαίο: οι μουσικοί και επαγγελματικοί ορίζοντες ενός σύγχρονου λαϊκού μουσικού της Λέσβου», Πρακτικά Β΄ Συμποσίου για τον Πολιτισμό του Αιγαίου στη Σάμο, με τίτλο: Άξονες και Προϋποθέσεις για μια διεπιστημονική έρευνα, Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου», Αθήνα, 1995
  • Κάβουρας Π., «Το γλέντι», στο Χτούρης Σ. (επ.), Μουσικά Σταυροδρόμια στο Αιγαίο: Λέσβος (19ος - 20ος αι.), Εξάντας, Αθήνα, 2000
  • Νικολακάκης Γ., «προσωπογραφίες ‘λαϊκών’ μουσικών», στο Χτούρης Σ. (επ.), Μουσικά Σταυροδρόμια στο Αιγαίο: Λέσβος (19ος - 20ος αι.), Εξάντας, Αθήνα, 2000