Ξυλογλύπτες

  • Λεπτομέρεια απ’ το τέμπλο του Αγίου Βασιλείου σε αγριελιά (Φωτογραφία Ν. Βαξεβάνη), Παρασκευαΐδης Γ. Λ.,  Μανταμάδος Λέσβου, Θεσσαλονίκη, 1987.

 

Ξυλογλύπτες ονομάζονταν οι τεχνίτες που ασχολούνταν με τη χάραξη (και την επισκευή) γλυπτών παραστάσεων πάνω στο ξύλο, στο πλαίσιο της κατασκευής ξύλινων χρηστικών, διακοσμητικών, αλλά και εκκλησιαστικών αντικειμένων. Ορισμένες φορές (όχι πάντοτε) αναλάμβαναν και τη διαδικασία διακόσμησης και στίλβωσης της γλυπτής παράστασης με επιχρύσωση ή ζωγραφική. Η παράδοση της ξυλογλυπτικής στο νησί της Λέσβου και ιδιαίτερα στην Αγιάσο, εικάζεται ότι ξεκίνησε το 1812, όταν τεχνίτες της Μικράς Ασίας (ή κατά άλλους της Ηπείρου) κατασκεύασαν το τέμπλο της Εκκλησίας της Παναγίας στην Αγιάσο και έτσι οι ντόπιοι κληρονόμησαν την τέχνη τους, που μεταλαμπαδεύτηκε στους σημερινούς τεχνίτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων μαθήτευσαν δίπλα σε παλιούς μαστόρους. Οι πρώτοι ξυλογλύπτες, ασκούσαν την τέχνη ως επί το πλείστον παράλληλα με μια άλλη παρεμφερή (όπως του μαραγκού ή σαμαρά), ενώ αργότερα με την αύξηση της ζήτησης ξυλόγλυπτων μπόρεσαν να συντηρηθούν αποκλειστικά από αυτή.

Τα κυριότερα αντικείμενα που κατασκεύαζαν οι ξυλογλύπτες ήταν σεντούκια - κασέλες και καθρέπτες που υπήρχαν σε πολλά σπίτια, ενώ για πιο εύπορους πελάτες κατασκεύαζαν (και) κομοδίνα, σιφονιέρες, πολυθρόνες, τραπεζαρίες και κάθε είδος επίπλου που χρειάζεται ένα νοικοκυριό (ή ακόμη και κουφώματα ορισμένες φορές). Παράλληλα, η ξυλογλυπτική τέχνη παρουσίασε περίτεχνα εκκλησιαστικά έργα όπως τέμπλα, προσκυνητάρια, στασίδια, εικόνες κ.α. Τα σχέδια που κοσμούσαν τα περισσότερα αντικείμενα είναι κυρίως παραδοσιακά (από αρχείο σχεδίων που κρατούσαν οι περισσότεροι τεχνίτες), ενώ κάποιες φορές, ανάλογα με την επιθυμία του πελάτη, υπόκεινταν σε τροποποιήσεις.

Η ξυλεία που χρησιμοποιούσαν στη λαϊκή λεσβιακή ξυλογλυπτική τέχνη ήταν κυρίως από καρυδιά και (λιγότερο συχνά) καστανιά - που υπάρχουν εν αφθονία στην περιοχή και η σκληρότητά τους βοηθά στη χάραξη των σχεδίων. Οι σύγχρονοι ξυλογλύπτες χρησιμοποιούν και αφρικανική ξυλεία εισαγωγής. Την εγχώρια ξυλεία προμήθευαν οι ξυλοκόποι. Οι ξυλογλύπτες την αποθήκευαν στις αποθήκες για να στεγνώσει πριν τη χρησιμοποιήσουν. Σήμερα ακολουθούν ακριβώς την ίδια τακτική, αλλά οι περισσότεροι διαθέτουν ξηραντήρα για να επιταχύνουν και να διασφαλίσουν την αποβολή της υγρασίας από τα ξύλα.

Η κατασκευή ενός ξυλόγλυπτου αντικειμένου, περνάει από έξι φάσεις, i) σχεδιασμός του σχεδίου σε χαρτί ii) κατασκευή του σκελετού, iii) δημιουργία ξυλόγλυπτων τμημάτων του σκελετού (αν υπάρχουν), iv ) κατασκευή των επιμέρους τμημάτων, v) δημιουργία των ξυλόγλυπτων σχεδίων (εκτός του σκελετού) και τέλος vi) φινίρισμα και βάψιμο. Κατά την πρώτη φάση το σχέδιο σχεδιάζεται σε χαρτί. Η φάση αυτή είναι πολύ σημαντική, αφού, αν το σχέδιο ολοκληρωθεί απρόσκοπτα λύνονται πολλά προβλήματα που σχετίζονται με την ιδιαιτερότητα του ξύλου (όπως για παράδειγμα όταν το ξύλο παρουσιάζει διαφορετική διαστολή κατά πλάτος παρά μήκος), τη συνδεσμολογία κ.α. Στη συνέχεια θα κοπούν τα ξύλα και θα κολληθούν σύμφωνα με το πρότυπο, για να κατασκευαστεί ο σκελετός του αντικειμένου, πάνω στον οποίο μπορεί να δημιουργηθούν ξυλόγλυπτα τμήματα, που προστίθενται με επικόλληση. Αφού γίνει ο σκελετός, αρχίζουν να κατασκευάζονται τα επιμέρους τμήματα. Στην πέμπτη φάση, δημιουργούνται τα ξυλόγλυπτα τμήματα, τα οποία αποτυπώνονται με καρμπόν πάνω στο ξύλο και δημιουργούν το φόντο είτε με διάτρητο σχέδιο, είτε με αφαίρεση του πλαισίου γύρω απ’ αυτό, για να τονιστεί το σχέδιο. Στη συνέχεια χαράσσουν το σχέδιο και τέλος διαμορφώνουν το φόντο, ώστε να είναι πιο θαμπό από το υπόλοιπο ξυλόγλυπτο. Στην τελευταία φάση, το αντικείμενο θα γυαλιστεί και θα προστεθεί το χρώμα ή το βερνίκι.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ενός ξυλόγλυπτου διαφοροποιούνται από φάση σε φάση. Κατά την κατασκευή του σκελετού και των επιμέρους τμημάτων χρησιμοποιούσαν εργαλεία του μαραγκού, όπως πριόνι, ροκάνι, τόρνο (και στη σύγχρονη εποχή ηλεκτρικός τόρνο), φαλτσοκόφτη (εργαλείο για τομές, που σήμερα έχει αντικατασταθεί από το μηχανικό πριονιστήριο), κ.α. Στο ξυλόγλυπτο τμήμα, χρησιμοποιούσαν για τη χάραξη των σχεδίων διαφόρων ειδών και μεγεθών σκαρπέλα, ενώ για τη δημιουργία του φόντου χρησιμοποιούσαν είτε το ρούντερ (μηχάνημα με λεπίδες που αφαιρεί το πλαίσιο γύρω από το σχέδιο), είτε τη σέγα (μηχάνημα που κόβει και αφαιρεί τα διάτρητα τμήματα του σχεδίου), καθώς και βελόνες για την κατασκευή της θαμπής - «αμμώδους» επιφάνειας. Τέλος για το φινίρισμα και το βάψιμο χρησιμοποιούσαν γυαλόχαρτα (και στη σύγχρονη εποχή τριβείο) και πινέλα (ενώ σήμερα πιστόλια βαφής).

Η άνθιση της τέχνης, που παρατηρήθηκε από τις αρχές του 19ου αιώνα, βοήθησε στη διάσωσή της μέχρι σήμερα, παρότι υπήρξε μια έντονη κάμψη στην αρχή του 20ου αιώνα, που οφείλεται πιθανόν στις συνεχείς και έντονες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις και αναταραχές. Η συγκεκριμένη λαϊκή τέχνη αναβίωσε περί το 1970, μετά τη στροφή που παρουσιάστηκε προς το κλασσικό έπιπλο, η οποία πρόσφερε τη δυνατότητα επανεμφάνισης των ξυλόγλυπτων. Σήμερα υπάρχουν μερικές βιοτεχνίες (κυρίως στην Αγιάσο της Λέσβου), αλλά και μαθητευόμενοι νέοι που συνεχίζουν την παράδοση της ξυλογλυπτικής τέχνης.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Καμαρού Δημήτρη [ξυλογλύπτη] στην Αγιάσο της Λέσβου, στις 24/05/1996, στο πλαίσιο υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιστημονικό υπεύθυνο το Σ. Χτούρη
  • Αναγνώστου Ε., Καλοσκάμης Ν., Καρέκος Μ., Λιγνός Κ., Τα Ξυλόγλυπτα και Υφαντά της Αγιάσου - εργασία του τμήματος «Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας» του Πανεπιστημίου Αιγαίου, για το μάθημα «Ποιοτικές Μέθοδοι Έρευνας» Μυτιλήνη, 14/01/2002
  • «Ξυλογλυπτική», Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και Ζωή», τόμος 14:251