Μαχαιροποιοί ή Μαχαιράδες

 

Το επάγγελμα του μαχαιρά δεν απολάμβανε ιδιαίτερης αναγνώρισης στο παρελθόν, αφού οι απολαβές που πρόσφερε δεν ήταν υψηλές. Οι μαχαιράδες είχαν σαν κύρια ασχολία την κατασκευή και επισκευή των μαχαιριών, αλλά έφτιαχναν και πριόνια, σουγιάδες, κλαδευτήρια, «γκατζοπρίονα» (πριόνια για τις ελιές) κ.ά. Συνήθως μαθήτευαν σε μάστορες κάποια χρόνια για να μάθουν την τέχνη και στη συνέχεια άνοιγαν το δικό τους μαγαζί - εργαστήριο.

Οι μαχαιράδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και πουλούσαν τα μαχαίρια τους. Δεν υπήρχαν συντεχνίες μαχαιράδων, αλλά κάθε τεχνίτης είχε το δικό του μαγαζί. Πολλές φορές έφτιαχναν και εργαλεία κατά παραγγελία, γράφοντας πάνω στο αντικείμενο το όνομα του παραγγελιοδόχου. Όταν έφτανε η ώρα της παράδοσης, πήγαιναν στο καφενείο ή στην πλατεία κάθε συνοικίας ή χωριού και έβαζαν τον ντελάλη να «τα φωνάζει» (διαλαλεί).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός από τις οικιακές και αγροτικές χρήσεις, μέχρι τη δικτατορία του 1936, οπότε απαγορεύτηκε αυστηρά η οπλοφορία, τα μαχαίρια στόλιζαν σχεδόν όλες τις ζώνες των νέων «παλικαριών» και υπήρχε «συναγωνισμός» των μερακλήδων για το πιο ωραίο μαχαίρι. Φημισμένος τεχνίτης μαχαιριών στη Λέσβο ήταν ο Βαγιανάς.

Για την κατασκευή των λεπίδων οι μαχαιράδες χρησιμοποιούσαν (μετά τις αρχές του 20ου αιώνα) ατσάλι από σούστες αυτοκινήτου, τις οποίες στην αρχή χώριζαν, τις έκαιγαν (ατσάλωναν) στο καμίνι, στη συνέχεια τις χτύπαγαν με το σκεπάρνι και τις τρόχιζαν, ώσπου να πάρουν το επιθυμητό σχήμα και να γίνουν κοφτερές.

Παλιότερα αντί για τροχό είχαν εργαλεία που ονομάζονταν «ξύστρες», με τα οποία έξυναν τη λεπίδα. «Ο τροχός» αρχικά γύριζε με το πόδι και αργότερα με το χέρι, ενώ το «φυσερό» που χρησιμοποιούσαν στο καμίνι ήταν κατασκευασμένο από δέρμα ζώου και σανίδια.

Κατά τη διάρκεια του τροχίσματος το ατσάλι κρύωνε και το έβαζαν ξανά στο καμίνι για να πυρώσει και να μαλακώσει για να το δουλεύουν με μεγαλύτερη ευκολία. Μόλις η λεπίδα αποκτούσε την κόψη που επιθυμούσαν, τη βουτούσαν στο καμίνι ώσπου να «κοκκινίσει» ( να πυρώσει) και στη συνέχεια σε κρύο νερό για να γίνει σκληρή, να «ατσαλωθεί». Με την απότομη εναλλαγή διαστολής και συστολής της λεπίδας από το καυτό καμίνι στο κρύο νερό, η λεπίδα καθάριζε από τις μαυρίλες που μπορεί να είχε και γινόταν άσπρη. Στη συνέχεια την τοποθετούσαν πάνω στη φωτιά (όχι μέσα στο καμίνι) για να αρχίζει να ζεσταίνεται και άλλαζε χρώματα. Από άσπρη γινόταν σταχτί, από σταχτί πιο σκούρα, ώσπου έπαιρνε χρώμα μελιτζανί. Σημαντική για τη δημιουργία του σωστού χρώματος της λεπίδας ήταν η χρήση κάρβουνου από καστανιές στο καμίνι.

Όπως ανέφεραν οι μαχαιράδες, για να είναι κοφτερή η λεπίδα πρέπει να «ξεκινά» από χοντρή στη βάση της και όσο φτάνει στην άκρη να γίνεται πιο λεπτή. Πιο συγκεκριμένα, το ενδεδειγμένο πάχος της κόψης της λεπίδας πρέπει να ξεκινά από τα δυόμισι χιλιοστά στη βάση της και να καταλήγει στο μηδέν. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται «το άνοιγμα του στόματος». Στο τελευταίο στάδιο για να φτιάξουν την κόψη χρησιμοποιούσαν μια τεχνική που ονομαζόταν «λαδάκωμα».

Οι λαβές των μαχαιριών προέρχονταν συνήθως από κέρατα μοσχαριού και βουβαλιού, ενώ ορισμένες από ξύλο ελιάς, το οποίο ήταν αρκετά γερό σαν υλικό και ταυτόχρονα παρήγαγε καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Παλαιότερα τα κέρατα τα έβρισκαν στα απορρίμματα των κρεοπωλών ή των σφαγείων και «τα δούλευαν» με το πριόνι. Χρησιμοποιούσαν επίσης το «μαγγανοψάλιδο» με το οποίο χτυπούσαν το ξύλο ή το κέρατο για να δημιουργήσουν τρύπα στη λαβή του μαχαιριού. Για τη δημιουργία αντίστοιχης τρύπας στη λεπίδα, τρυπούσαν το ατσάλι με τον λεγόμενο «ζουμπά», δηλαδή με καλέμι.

Όταν η λαβή ήταν από ξύλο ελιάς, χρησιμοποιούσαν χλωρά ξύλα τα οποία έβραζαν για να βγάλουν όλους τους χυμούς τους. Με αυτό τον τρόπο η ξύλινη λαβή προστατευόταν από το σκόρο και δεν «έσκαγε». Όταν ξεραινόταν το ξύλο, του έδιναν το σχήμα που επιθυμούσαν.

Αφού έφτιαχναν τη λαβή την «πλούμιζαν» (διακοσμούσαν) συνήθως με σχέδια. Μεταξύ των μαχαιράδων υπήρχε συναγωνισμός για το καλύτερο πλούμισμα. Πάνω στο μαχαίρι έγραφαν στιχάκια ή έφτιαχναν σχήματα (αστέρια) από ασήμι, χαλκό κ.α. Τα στιχάκια διέφεραν ανάλογα με το μάστορα. Πολλά από αυτά τα «σκάρωναν» άνθρωποι στα καφενεία πάνω στο μεράκι τους:

 

Χάρε για πες μου να χαρείς

στο μαύρο σου σκοτάδι

θα γιάνουν τούτες οι πληγές

όταν θα μπουν στον Άδη;

 

Μαχαίρι από τη θήκη σου

μη βγαίνεις για κακό μου

μόν’ έβγα να υπερασπιστείς

το δίκιο το δικό μου

 

Η διαδικασία του πλουμίσματος ήταν κοπιώδης και χρονοβόρα και δεν αμειβόταν ανάλογα, γι’ αυτό εξέλιπε σταδιακά. Για να φτιάξουν το πλούμισμα, άλειφαν αρχικά κερί πάνω στη λάμα. Μόλις αυτό στέγνωνε χάραζαν πάνω του τους στίχους ή τα σχέδια. Στη συνέχεια, έχυναν από πάνω νιτρικό οξύ και λίγο αλάτι. Το αλάτι συγκρατούσε το νιτρικό οξύ για να μην κατρακυλήσει από τη λάμα. Το άφηναν περίπου δέκα λεπτά «για να γίνει δυνατό». Το κερί λειτουργούσε σαν προστατευτικό από το οξύ, αλλά στα σημεία που είχαν χαραχθεί και δεν καλύπτονταν απ’ αυτό, εισχωρούσε το νιτρικό οξύ και το αλάτι και σχηματίζονταν οι στίχοι. Στη συνέχεια έπλεναν τη λεπίδα με νερό για να φύγει το νιτρικό οξύ και την ξαναζέσταιναν για να λιώσει και να φύγει και το κερί. Όταν τη σκούπιζαν εμφανίζονταν χαραγμένοι οι στίχοι.

Σήμερα το επάγγελμα του μαχαιρά τείνει να εκλείψει. Η χρονοβόρα διαδικασία και ο κόπος που απαιτεί η δημιουργία ενός χειροποίητου μαχαιριού, καθώς και η ανάπτυξη της μαζικής παραγωγής των μαχαιριών και το μειωμένο κόστος τους, δεν βοηθούν στη διατήρηση της τέχνης αυτής.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Σταύρου Χ. [μαχαιροποιού] στην Αγιάσο Λέσβου, στις 25/08/2004