Κουρείς

 

Οι κουρείς ή «μπαρμπέρηδες» αναλάμβαναν αποκλειστικά το κούρεμα και ξύρισμα των ανδρών (αφού τα σύγχρονα κομμωτήρια άρχισαν να λειτουργούν μόνο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ενώ αρχικά εξυπηρετούσαν μόνο γυναίκες που προέρχονταν από τα μέσα και ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα). Οι κουρείς μάθαιναν την τέχνη ως μαθητευόμενοι (χωρίς πληρωμή συνήθως), δίπλα σε ένα παλιό κουρέα. Συνήθως παρακολουθούσαν απλώς τον κουρέα να εργάζεται (αφού τις περισσότερες φορές δεν κοπίαζε ο ίδιος για την εκπαίδευσή τους) και εξασκούσαν στη συνέχεια την τέχνη τους σε φίλους και συγγενείς, μέχρι να τελειοποιηθούν. Το επάγγελμα του κουρέα ήταν πολύ ελκυστικό για τους υποψήφιους (αφού στη Μυτιλήνη μόνο τη δεκαετία του 1960 υπήρχαν περίπου 45 κουρεία). Εκτός των κουρείων, υπήρχαν και ορισμένοι κουρείς που σύχναζαν σε συγκεκριμένα καφενεία και εξυπηρετούσαν επί τόπου τους πελάτες. Τα κουρεία στη Μυτιλήνη ήταν χωρισμένα σε κατηγορίες (Α΄, Β΄ και Γ΄) με βάση την περιοχή που έδρευε το κάθε κατάστημα και υπήρχε αντίστοιχη διαβάθμιση των τιμών που χρέωναν οι κουρείς για τις υπηρεσίες τους, την οποία καθόριζε το αρμόδιο τμήμα εμπορίου (ενώ αντίθετα σήμερα οι τιμές είναι ελεύθερες).

Για να εξασκήσει κανείς το επάγγελμα αυτό, αρκούσε απλώς η εκμάθηση της τέχνης, κάτι που δεν ισχύει σήμερα, αφού, εκτός του πιστοποιητικού εκμάθησης από κάποιο αναγνωρισμένο κρατικό οργανισμό, για την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος απαιτείται και η συγκέντρωση κάποιων ενσήμων για την παροχή άδειας λειτουργίας καταστήματος. Το επάγγελμα του κουρέα, στη Μυτιλήνη ήταν οργανωμένο μέχρι τη δεκαετία του 1970 σε δύο ισχυρά σωματεία, «των Κουρέων» και «των Καλφάδων» (βοηθών - μαθητευόμενων), ενώ από το 1975 δημιουργήθηκε ένα ενιαίο σωματείο, των «Κουρέων - Κομμωτών».

Οι κουρείς χρησιμοποιούσαν κάπως διαφορετικές μεθόδους και τεχνικές από τους/τις σημερινούς/ες κομμωτές/τριες αφού κούρευαν με χτένα και ψαλίδι και δεν χρησιμοποιούσαν τα δάχτυλά τους σε συνδυασμό με το ψαλίδι, ενώ δεν έλουζαν οπωσδήποτε τους πελάτες τους. Οι τελευταίοι μπορούσαν να απολαύσουν ξύρισμα και περιποίηση προσώπου (με κομπρέσα από ζεστή πετσέτα, μασάζ και χρήση αρωματικής κολόνιας), επιμέλεια γενειάδας και μουστακιού, βάψιμο μουστακιού και μασάζ στο τριχωτό της κεφαλής με ένα διάλυμα από φιλτραρισμένο καθαρό οινόπνευμα, νερό και άρωμα τριαντάφυλλου .

Τα υλικά και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν συνήθως ήταν: α) για το κούρεμα: ψαλίδι, χτένα και χειροποίητη ξυριστική μηχανή με χοντρή ή ψιλή σχάρα (μέχρι το 1965-1970 περίπου) και αργότερα (γύρω στα 1970) ηλεκτρική ξυριστική μηχανή με τέσσερις σχάρες, β) για το ξύρισμα: νερό, αρωματικό σαπούνι (συνήθως το «Σπλέντιτ»), ακονιστικά ξυραφάκια (διάρκειας έως και ενός έτους), λουρί ακονίσματος, οινόπνευμα και κλίβανο αποστειρώσεως, ενώ σήμερα χρησιμοποιούν ξυραφάκια μιας χρήσεως, γ) για την περιποίηση προσώπου: πετσέτες, ροδόσταγμα (απόσταγμα τριαντάφυλλου), κολόνια, καθαρό οινόπνευμα, δ) για την περιποίηση του μουστακιού, της γενειάδας και των μαλλιών: ψαλίδι και μαντέκα (αρωματική αλοιφή για τη βαφή του μουστακιού), και, ε) για την περιποίηση των μαλλιών: μπριγιόλ (αρωματισμένο παραφινέλαιο).

Σήμερα το επάγγελμα του κουρέα τείνει να εξαφανιστεί (στην πόλη της Μυτιλήνης υπάρχουν μόλις πέντε κουρεία), αφού τους έχουν υποκαταστήσει οι κομμωτές και οι κομμώτριες.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Μπαράκη Στέφανου [κουρέα], στη Μυτιλήνη, στις 22/07/2004
  • Συνέντευξη Κουτζαμάνη Γιάννη, στην Κάπη Λέσβου, στις 28/04/1997, στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος «Κιβωτός Αιγαίου», με επιστημονικό υπεύθυνο το Σ. Χτούρη