Κηροποιοί

 

Οι κηροποιοί ασχολούνταν με την κατασκευή κεριών και λαμπάδων για τις εκκλησίες, για οικιακή χρήση, αλλά και για ιδιώτες που τις χρησιμοποιούσαν στα θρησκευτικά έθιμα και στα τάματα. Τα εργαστήρια κηροπλαστικής ήταν κυρίως οικογενειακά κι’ έτσι η τέχνη μεταφερόταν από γενιά σε γενιά. Στο νησί της Λέσβου λειτουργούσαν αρκετά εργαστήρια, όπως στην περιοχή της Μυτιλήνης και της Καλλονής.

Τα κεριά τα κατασκεύαζαν είτε από μελισσόκερο, το «καθαρό κερί» που είναι και το καλύτερο, είτε από παραφίνη. Υπήρχαν διάφορες ποιότητες παραφίνης διαθέσιμες στην αγορά, όπως ελληνική, γερμανική κ.ο.κ., ενώ ορισμένοι κηροποιοί χρησιμοποιούσαν και κηροζίνη, η οποία δεν θεωρείται ότι παράγει κεριά καλής ποιότητας. Η παραφίνη και η κηροζίνη είναι προϊόντα του αργού πετρελαίου, υπάρχουν σε αφθονία και είναι πολύ πιο φθηνά από το καθαρό κερί. Τα χρωματιστά κεριά ήταν φτιαγμένα από τα παραπάνω υλικά, με τη διαφορά ότι είχαν προστεθεί ειδικές χρωστικές ουσίες που τους έδιναν το διαφορετικό χρώμα, αφού τα φυσικά χρώματα είναι μόνο το λευκό και το κίτρινο. Τα σκαλιστά κεριά ήταν φτιαγμένα στο χέρι, χωρίς τη χρήση ειδικών καλουπιών. Αφού είχαν φτιάξει το κερί στο μέγεθος που ήθελαν και ενώ ήταν ακόμα ζεστό, δηλαδή μαλακό, χάραζαν προσεκτικά τα σχέδια με την «τσιμπίδα» (ένα εργαλείο λεπτό σαν βελόνα). Φυσικά σε όλα τα κεριά χρησιμοποιούσαν κλωστές για να φτιάξουν το φυτίλι και ανάλογα με το μέγεθος του κεριού το φυτίλι ήταν πιο λεπτό ή χοντρό.

Για την τήξη του κεριού, οι κηροποιοί χρησιμοποιούσαν σιδερένια καζάνια, που ήταν πολύ μεγάλα και ψηλά. Σ’ αυτά έλιωναν το κερί (σε φωτιά από ξύλα). Για τη μαζική παραγωγή μικρών κεριών χρησιμοποιούσαν σιδερένια «τελάρα». Τύλιγαν πάνω τους πρώτα τις κλωστές και στη συνέχεια τα εμβάπτιζαν στο λιωμένο κερί, ώστε να βγαίνουν όλα τα κεριά στο ίδιο μέγεθος. Οι κηροποιοί διέθεταν απαραίτητα και ζυγαριά, αφού πουλούσαν τα κεριά με το κιλό και όχι με το κομμάτι.

Για τις εκκλησίες έφτιαχναν τα λεγόμενα «απόκερα»: τα κεριά που έσβηναν στην εκκλησία τα μάζευαν σε τσουβάλια και τα πήγαιναν στους κηροποιούς, οι οποίοι τα έλιωναν και έφτιαχναν από αυτά καινούρια. Η δημιουργία «απόκερων» απαιτούσε αρκετό χρόνο, αφού στα σβησμένα κεριά υπήρχε συνήθως κολλημένη άμμος από τα μανουάλια (κηροπήγια), η οποία έπρεπε να καθαριστεί πριν τα ξαναλιώσουν.

Οι κατασκευή των λαμπάδων από μελισσόκερο (που τις χρησιμοποιούσαν συνήθως σε τα θρησκευτικά τάματα, γάμους, βαφτίσια), ήταν ακόμη πιο δύσκολη και χρονοβόρα: αφού έφτιαχναν πρώτα την κλωστή έριχναν την πρώτη στρώση κεριού από πάνω. Μόλις κρύωνε λίγο έριχναν κι’ άλλο κερί (αφού όταν ήταν ζεστή η πρώτη στρώση δεν «συγκρατούσε» την επόμενη). Ανάλογα πόσο παχιά ή λεπτή ήθελαν να είναι η βάση, έριχναν και αντίστοιχη ποσότητα κεριού. Όπως αναφέρουν οι κηροποιοί, μια λαμπάδα «μπορεί να χρειαζόταν να ρίξεις και 70 φορές κερί από πάνω της για να πιάσει», δηλαδή 70 στρώσεις κεριού με τη δέουσα προσοχή, ώστε να μην είναι ούτε πολύ ζεστή, ούτε πολύ κρύα η στρώση, για να «πιάσει» η επόμενη και να κατασκευαστεί τελικά η λαμπάδα.

Σήμερα δεν υπάρχουν πολλά παραδοσιακά εργαστήρια κηροποιείας στη Λέσβο, ενώ την τοπική αγορά προμηθεύουν βιοτεχνίες μαζικής παραγωγής από τα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Όσα λειτουργούν ακόμα ασχολούνται κυρίως με τα «απόκερα», ενώ κάποια παράγουν ακόμα μικρές ποσότητες χειροποίητων κεριών. Οι κηροποιοί είναι συνήθως ηλικιωμένοι και δεν υπάρχουν νέοι διαθέσιμοι τεχνίτες.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Παπινιάδου Νίκης [κηροποιού], στην Καλλονή Λέσβου, στις 29/7/2004.