Καραβομαραγκοί - Καλαφάτες

 

Καραβομαραγκοί είναι οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν και επισκεύαζαν ξύλινα σκάφη («σκαριά») στους «ταρσανάδες» ή «καρνάγια» (ναυπηγεία): σακολέβες, βάρκες, μαούνες, δικάταρτα και τρικάταρτα καραβόσκαρα, περάματα, τσερνίκες ή τσερνίκια, τρεχαντήρια, μπουγιαντέδες ή μπιγιαντέδες, κ.α.. Ταρσανάδες άρχισαν να λειτουργούν σε υποτυπώδη μορφή από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Ύδρα, στις Σπέτσες και στα Ψαρά. Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρχαν αρκετοί ταρσανάδες (και) στη Λέσβο (Μυτιλήνη, Πολυχνίτο, Παράκοιλα, Κουντουρουδιά, Πέραμα κ.α.) και ιδιαίτερα στην περιοχή του Πλωμαρίου, όπου η μεταλαμπάδευση της τέχνης γινόταν από γενιά σε γενιά, στο πλαίσιο της οικογενειακής παράδοσης. Οι Λέσβιοι καραβομαραγκοί κατασκεύαζαν «σκαριά» και για πελάτες από τα γύρω νησιά, όπως τη Χίο, τις Οινούσσες, τη Σάμο κ.α. Οι αγοραστές παρήγγελναν τα σκάφη με βάση τη χωρητικότητα που ήθελαν να έχουν, ενώ στη συνέχεια οι καραβομαραγκοί υπολόγιζαν τις διαστάσεις τους. Παράλληλα αναλάμβαναν και την επισκευή παλιών σκαφών, αλλά και την επιμήκυνση ορισμένων, μια διαδικασία αρκετά δύσκολη.

Για την κατασκευή ενός σκάφους απαιτούνται οι εξής διεργασίες: α) ο σχεδιασμός του σκαριού (συνήθως σε κλίμακα 1/20 ίντσες), β) η διαμόρφωση του σκελετού , γ) η επικάλυψή του με πέτσωμα (πλευρικά τοιχώματα) , δ) η προσθήκη κουβουσιού, τιμονιού και άλμπουρου και ε) το καλαφάτισμα (στεγανοποίηση) και το βάψιμο. Οι καραβομαραγκοί αναλάμβαναν όλες τις εργασίες, αλλά όταν υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας ανέθεταν συνήθως το καλαφάτισμα σε ειδικούς τεχνίτες τους καλαφάτες, ενώ χρησιμοποιούσαν και τη βοήθεια άλλων εξειδικευμένων τεχνιτών, όπως ξυλουργών ή βαφέων.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν οι καραβομαραγκοί ήταν ξύλο από πεύκο και πιο σπάνια κυπαρίσσι. Η επιλογή του ξύλου που θα χρησιμοποιούσαν σε κάθε μέρος του σκαριού ήταν πολύ σημαντική, αφού ορισμένα μέρη του πλοίου βρέχονται συνεχώς με αποτέλεσμα να συστέλλεται το ξύλο και άλλα βρίσκονται στον ήλιο και διαστέλλονται. Τα καρφιά ήταν αρχικά σιδερένια χειροποίητα και στη συνέχεια βιομηχανικά ψευδαργυρωμένα. Για την καθέλκυση άλειφαν το κάτω μέρος του πλοίου με λίπος ανακατωμένο με οξύ (ή λεμόνι), για να υπερνικήσουν τις τριβές.

Απαραίτητα εργαλεία ήταν το σκεπάρνι, το «μπισκί» (που στη σύγχρονη εποχή έχει αντικατασταθεί από την πριονοκορδέλα), τα ροκάνια (που στη σύγχρονη εποχή έχουν αντικατασταθεί από την πλάνη), η ρίνη (που σήμερα έχει αντικατασταθεί από το τριβείο), η σβούρα, το πριόνι (που σήμερα έχει συνήθως αντικατασταθεί από το ηλεκτρικό πριόνι), τα τρυπάνια (ή τα σύγχρονα ηλεκτρικά τρυπάνια), οι σημαδούρες, το νήμα της στάθμης, τα σκαρπέλα κ. ά.

Οι ταρσανάδες απασχολούσαν πολύ προσωπικό μέχρι περίπου το 1950, ενώ μετέπειτα, με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών για τη μαζική κατασκευή σκαφών με μεταλλικό ή πλαστικό κύτος, αλλά και τη μείωση του αλιευτικού στόλου, επήλθε σημαντική κρίση. Σήμερα, στη Λέσβο υπάρχουν ελάχιστα καρνάγια (όπου εργάζονται ως επί το πλείστον γόνοι των παλιών καραβομαραγκών και καλαφατών) στο Πλωμάρι, στη Μυτιλήνη, στην Παναγιούδα και στο Μόλυβο. Τη διεργασία του καλαφατίσματος αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι καραβομαραγκοί, αφού η ζήτηση είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.

 

Καλαφάτες

 

 

Οι καλαφάτες ήταν οι τεχνίτες που αναλάμβαναν το καλαφάτισμα (στεγανοποίηση) των ναυπηγούμενων σκαφών στους «ταρσανάδες» ή «καρνάγια» (ναυπηγεία), ή/και το βάψιμο και τη συντήρηση παλιότερων σκαφών. Πολλές φορές καλαφάτες ήταν οι ίδιοι οι καραβομαραγκοί και μόνο σε περιόδους μεγάλης παραγωγής «σκαριών» υπήρχαν τεχνίτες αποκλειστικά για το καλαφάτισμα.

Το καλαφάτισμα είναι η διεργασία με την οποία φράζονται οι αρμοί που σχηματίζονται μεταξύ των σανιδιών του «πετσώματος» (δηλαδή των πλάγιων ξύλων που καρφώνονται στο σκελετό του σκάφους και σχηματίζουν τα πλευρά), αλλά και της κουβέρτας (καταστρώματος). Με τη βοήθεια της «ματσόλας» (ξύλινης δικέφαλης σφύρας), μιας σειράς κοπιδιών, καθώς και των «καλαφατικών» (σιδερένιων σφηνών σε διάφορα μεγέθη), διευρύνονται εξωτερικά οι αρμοί, στη συνέχεια, φράζονται με κανάβι (κάνναβη) ή βαμβακερό στουπί και τέλος επακολουθεί η επάλειψη με πίσσα στα ύφαλα (την επιφάνεια που βρίσκεται κάτω από το νερό όταν πλέει το σκάφος), ή στόκο στα έξαλα (την επιφάνεια που βρίσκεται πάνω από το νερό όταν πλέει το σκάφος).

Παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και τη δημιουργία καινούργιων μηχανημάτων, το καλαφάτισμα απαιτεί ακόμη τα ίδια εργαλεία και δρομολογείται με την ίδια διαδικασία, όσον αφορά στα ξύλινα σκάφη. Για τη βαφή (που αναλάμβαναν περιοδικά και ανειδίκευτοι τεχνίτες), οι καλαφάτες χρησιμοποιούν απλές μπογιές για τα έξαλα και «μοράβια» - ή κατράμι παλιότερα -για τα ύφαλα. Για τη συντήρηση καίνε το ξύλο ώστε να αφαιρεθεί το παλιό χρώμα και στη συνέχεια το βάφουν από την αρχή.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Τριανταφύλλου Μιχάλη [καραβομαραγκού] στην Επάνω Σκάλα Μυτιλήνης, στις 22/07/2004
  • Συνέντευξη Γιαμουγιάννη Δούκα [καραβομαραγκού - καλαφάτη] στο Πλωμάρι Λέσβου, στις 05/07/2005 (με τη βοήθεια του Χαράλαμπου Πετρέλη)
  • Αξιώτης Μ., Περπατώντας τη Λέσβο. Τοπογραφία - Ιστορία -Αρχαιολογία, Τόμος Β΄, Μυτιλήνη 1992
  • Παπαστυλιανού Γ. Α., «Ένα παραδοσιακό επάγγελμα σβήνει: Οι Ταρσανάδες ή Καρνάγια», Τα Καλλονιάτικα, Νοέμβρης - Δεκέμβρης 1988, 47: 6-9
  • Ψαρράς Στρ., «Αφιέρωμα στον Γιάννη Γιαμουγιάννη, το ναυπηγό του ξύλινου πλεούμενου», Πλωμαρίτικοι αντίλαλοι, 1991, Τόμος 13, 139: 169,18