Ζευγάδες

 

Ζευγάδες ονομάζονταν οι εργάτες που όργωναν τη γη με δική τους "συρμαγιά", δηλαδή είχαν στην ιδιοκτησία τους βόδια και αλέτρι. Σπανιότερα ονόμαζαν έτσι και τους γεωργούς που συμμετείχαν σε όλες τις διαδικασίες της καλλιέργειας (όργωμα, αλώνισμα, θέρισμα). Το επάγγελμα του ζευγά (στη μορφή που το γνωρίζουμε, με κύριο εργαλείο το άροτρο) είναι αρχαιότατο και αναφέρεται και από τον Ησίοδο (700-750 π.Χ.). Στο έργο του «Έργα και Ημέραι» περιγράφει το άροτρο ή αλέτρι . Το «ζευγάρισμα» απαιτούσε ειδικές γνώσεις, γι’ αυτό οι ζευγάδες ήταν περιζήτητοι και απολάμβαναν ικανοποιητικό μεροκάματο (40-70 δρχ. περίπου από το 1940 - 1960 και 120 δρχ. περίπου γύρω στο 1965, μια σημαντική αύξηση που οφείλεται στη μείωση των διαθέσιμων ζώων και εργατών). Το επάγγελμα ήταν εποχιακό (αφορούσε στους χειμερινούς μήνες), συνεπώς οι επαγγελματίες ζευγάδες, απασχολούνταν και σε άλλες (αγροτικές κατά κύριο λόγο) εργασίες τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, για να επιβιώσουν. Η συντεχνία των ζευγάδων γιόρταζε στις 10 του Φλεβάρη τη μέρα του Αγίου Χαράλαμπου, ενώ στην πορεία του χρόνου στο συγκεκριμένο «ισνάφι» εντάχθηκαν και οι αγωγιάτες.

Το όργωμα έχει ως σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για τη σπορά - την ανανέωση των συστατικών που υποβοηθούν την ανάπτυξη του σπόρου, την καταστροφή των ζιζανίων, την υποβοήθηση της παροχής νερού από τα αυλάκια που δημιουργούνται και την ανακύκλωση των φυτικών υπολειμμάτων . Κύριο εργαλείο των ζευγάδων ήταν το «άροτρο», με το οποίο όργωναν σε ευθεία γραμμή, ή το «πουλούκι» (άροτρο με ένα «φτερό» στη λεσβιακή διάλεκτο), με το οποίο όργωναν με κυκλική φορά. Το άροτρο ή το πουλούκι έσερναν τα ζώα (κυρίως βόδια ή άλογα) που καθοδηγούσαν οι ζευγάδες.

Τα κυριότερα μέρη του άροτρου είναι τα «φτερά» (δηλαδή μία ή δύο πλάγιες προεξοχές δεξιά και αριστερά από το υνί), το «αλετροπόδι» (το τμήμα του αρότρου όπου προσαρμόζεται το υνί), η «χειρολαβή», το «υνί» ή «ντιμίρ», η «σπάθη» - κυρτό σιδερένιο έλασμα που προσαρμόζεται στο αλετροπόδι και ρυθμίζει το ύψος του «σταβαριού» από το υνί, ο «ζυγός» - εγκάρσιο ξύλο στο αλέτρι όπου ζεύονται τα βόδια ή τα άλογα, το «σταβάρι» - μακρύ ξύλο που συνδέει το ζυγό με το υνί (το σταβάρι στο αλογάλετρο είναι πιο κοντό και στο βοϊδάλετρο πιο μακρύ), η «σκάλη» ή «κουλούρα» - μια απλή ξύλινη κουλούρα με την οποία συνέδεαν και συνταίριαζαν το αλέτρι με τον ζυγό των ζώων, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από σιδερένια λουριά, το «κλειδί» (κοκάλινο ή ξύλινο) που «μανδάλωνε» με τη σκάλη τον ζυγό με το αλέτρι, το καμπυλωτό μέρος του ζυγού όπου μπαίνει ο λαιμός του ζώου, ο «ζυγός» ή «ζεύγλα» (πιο σταθερή κατασκευή που χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα βόδια) ή η «λαιμαριά» ή το «χαμούκι» (πιο ελαφριά κατασκευή για τα άλογα), τα «ζυγόσκοινα» ή «τριχιές» κ.α.

Για το ζευγάρισμα χρησιμοποιούσαν συνήθως δύο ζώα (αν και σήμερα οργώνουν και με ένα), άλογα ή βόδια και σπανιότερα μουλάρια και γαϊδάρους, τα οποία τα εκπαίδευαν από μικρή ηλικία δίπλα στη μητέρα τους. Η διαφορά των βοδιών με τα άλογα αφορά στον τρόπο ζεύξης (τα βόδια με «ζυγό»-«ζεύγλα» και τα άλογα με λαιμαριά»-«χαμούκι») και στην απόδοσή τους - τα βόδια ήταν πιο δυνατά, όργωναν σε οποιοδήποτε χώμα - αλλά και πιο αργά, ενώ τα άλογα ήταν πιο γρήγορα αλλά όργωναν μόνο σε «ψιλό» χώμα - π.χ. σε μία μέρα όργωναν σε ψιλό χώμα περίπου 2 στρέμματα με βόδια ή 4 με άλογα. Τα ζώα που προορίζονταν για ζευγάρισμα έχαιραν ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας: τα τάιζαν καλά πριν το όργωμα και τρεις ώρες μετά τη λήξη του, ενώ δεν τους έδιναν νερό όταν ήταν ιδρωμένα. Το χειμώνα, όταν τα έβγαζαν το πρωί από το στάβλο, τα σκέπαζαν με το «τσολάκ(ι)» - είδος πρόχειρης κουβέρτας, ενώ μερικές φορές τους έκαναν εντριβές με οινόπνευμα.

Με την τεχνική πρόοδο και τη δημιουργία μηχανοκίνητων εργαλείων, το επάγγελμα του ζευγά άρχισε να χάνεται. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι ζευγάδες, που χρησιμοποιούν αυτό τον παραδοσιακό τρόπο οργώματος σε ορεινά χωριά και χωράφια σε δύσβατες περιοχές, που δεν επιτρέπουν την έλευση τρακτέρ.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Καλμούκου Χαράλαμπου, Κουζινόγλου Θανάση [ζευγάδων], στην Πηγή Λέσβου στις 10/08/2004
  • Συνέντευξη Κομνηνού Ευστράτιου [ζευγά], στην Πηγή Λέσβου στις 10/08/2004
  • Μαυραγάνης Π. Γ., Παλαιοχώρι Πλωμαρίου Λέσβου. Παράδοση - Ιστορία - η Ζωή και τα Έθιμα, Β΄ Έκδοση, Αθήνα 1995
  • Τσελέκας Α. Κ., Το χωριό μου η Βρίσα Λέσβου, Αθήνα 1982: 255-256
  • http://www.evrytanika.gr/0021-0040/issue0036/mythia.htm