Εργάτες Ελαιοτριβείων

 

Η (συστηματική) ελαιοκαλλιέργεια έχει μακρά παράδοση στο νησί της Λέσβου από τον 17ο - 18ο αιώνα, ενώ το λεσβιακό λάδι είναι ευρέως γνωστό για την εξαιρετική ποιότητά του.

Οι εργασίες της ελαιοκαλλιέργειας ξεκινούν από το Νοέμβριο και διαρκούν έως και το Μάιο κάθε χρόνου. Παλιότερα, μετά τη συλλογή του καρπού οι αγρότες χρησιμοποιούσαν πρόχειρους ελαιόμυλους για την παραγωγή του λαδιού, που τους αποτελούσαν ουσιαστικά δύο μυλόπετρες που περιστρέφονταν (μερικές φορές) παράλληλα ή (συχνότερα) κάθετα προς το έδαφος (με τη μορφή «τραπέτου»), τις οποίες έθεταν σε κίνηση άνθρωποι ή ζώα . Τους ελαιόμυλους αντικατέστησαν αρχικά τα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία (τέλη του 19ου αιώνα) και αργότερα τα ηλεκτροκίνητα («φυγοκεντρικά», από τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα) τα οποία χρησιμοποιούνται, τελειοποιημένα βεβαίως, μέχρι σήμερα. Σε όλη την περιφέρεια του νησιού λειτουργούσαν τόσο ιδιωτικά όσο και συνεταιριστικά ελαιοτριβεία, αφού στις περισσότερες περιοχές ήταν ανεπτυγμένη η ελαιοκαλλιέργεια. Πολύ γνωστά ελαιοπαραγωγικά κέντρα ήταν οι περιοχές της Γέρας, του Πλωμαρίου, της Αγιάσου, του Μανταμάδου, αλλά και γενικότερα όλη η κεντρική και βορειοανατολική Λέσβος.

Οι εργάτες που απασχολούνταν στα (παλιά) ελαιοτριβεία ήταν αρκετοί, αφού οι απαιτήσεις της παραγωγής του λαδιού ήταν μεγάλες. Οι βασικές ειδικότητες συμπεριλάμβαναν τους μηχανικούς και στους βοηθούς τους («τσιράκια»), τους «πετράδες» που χειρίζονταν τους «σπαστήρες», δηλαδή τους ελαιόμυλους όπου γινόταν η αρχική σύνθλιψη των ελιών, τους χαμάληδες που απασχολούνταν στη μεταφορά των ελιών και του λαδιού, τους θερμαστές, τους «γραμματικούς» (ζυγιστές), τους δέτες των «τσουπιών» (ελαιόπανων), ενώ υπήρχαν και ανειδίκευτοι εργάτες. Καθημερινά οι εργασίες ξεκινούσαν από πολύ νωρίς, δηλαδή περίπου από τις 5.30 το πρωί και διαρκούσαν συνήθως μέχρι και αργά το μεσημέρι, ενώ μέχρι να βελτιωθεί αρκετά η τεχνολογία αρκετά ήταν και τα εργατικά ατυχήματα.

Η διαδικασία παραγωγής, όσον αφορά στα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, ήταν συνοπτικά η ακόλουθη: κάθε παραγωγός μετέφερε τις ελιές του μέσα σε τσουβάλια στο ελαιοτριβείο, όπου ο «γραμματικός» (ζυγιστής) τις ζύγιζε, ενώ στη συνέχεια τις τοποθετούσαν σε πατάρια που υπήρχαν σε σειρά πάνω από τις «μυλόπετρες» του «σπαστήρα», για να μην μπερδεύονται του ενός με του άλλου. Η διαδικασία για κάθε παραγωγό γινόταν χωριστά και επαναλαμβάνονταν σύμφωνα με τη σειρά προσέλευσης στο ελαιοτριβείο. Οι «πετράδες» έριχναν τις ελιές στις μυλόπετρες. Ο πολτός που σχηματίζονταν, το «χαμούρι», έπεφτε μέσα στις χαβούζες («χαμουριέρες») που ήταν τετράγωνες δεξαμενές, οι οποίες βρίσκονταν κάτω από τις μυλόπετρες και είχαν χωρίσματα για να πέφτει ξεχωριστά το χαμούρι του κάθε παραγωγού. Ακολούθως ένας εργάτης έβγαζε το χαμούρι με μια μεγάλη ξύλινη «γαβάθα» (σαν κουτάλα) από τις «χαμουριέρες» και το άδειαζε μέσα σ’ ένα ντεπόζιτο. Έπειτα ο «δέτης» με τη γαβάθα άπλωνε το χαμούρι στα «τσουπιά» (ελαιόπανα) και τα έδενε κόμπο (με το σχοινί διέθεταν ενσωματωμένο τα «τσουπιά») στα τέσσερα, δηλαδή σε σχήμα φακέλου. Μόλις συγκεντρώνονταν περίπου εξήντα με εβδομήντα «τσουπιά», ο μάστορας του πιεστηρίου μαζί με τον βοηθό του, τα στοίβαζαν στο πιεστήριο («μπασκί») το ένα πάνω στο άλλο, με μεγάλη ακρίβεια, ώστε να μην προεξέχει κανένα. Το πιεστήριο διέθετε μια σχηματισμένη τετράγωνη επιφάνεια, σαν πιάτο με ανοιχτά χείλη, όπου στοιβάζονταν τα «τσουπιά». Ένα σύστημα με κινητούς σωλήνες συμπίεζε τα τσουπιά, ώστε να παραχθεί ένα μείγμα λαδιού με νερό (αμούρι) που έτρεχε μέσα στο «πολύμι» (μικρή δεξαμενή). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας από το στάδιο του σπαστήρα, μέχρι και τη συμπίεση, οι εργάτες έβρεχαν διαρκώς τον ελαιοπολτό με χλιαρό νερό, για να διευκολύνουν τη σύνθλιψη. Μετά το πιεστήριο μετέφεραν το αμούρι σε μια ειδική ορθογώνια μεταλλική δεξαμενή, όπου ο ειδικός μάστορας έπρεπε να διαχωρίσει το νερό από το λάδι. Αυτό γινόταν με τη βοήθεια αρχικά του «μαστρα(μ)πά» (χάλκινης κανάτας), όταν η ποσότητα του μείγματος ήταν μεγάλη, και του «γκαϊζντερμά», δηλαδή ενός μεγάλου βαθιού σιδερένιου πιάτου, όταν η ποσότητα μίκραινε, ώσπου σιγά-σιγά αφαιρούσαν όλο το λάδι που επέπλεε (ως ελαφρύτερο) και το τοποθετούσαν σε κιούπια και αργότερα σε τενεκέδες. Το νερό που απέμενε διοχετευόταν σε μια δεξαμενή που βρισκόταν κάτω από το «πολύμι» και τελικά έτρεχε έξω από το ελαιοτριβείο. Τα διαχωριστήρια αντικαταστάθηκαν σύντομα (περί τις αρχές του 20ου αιώνα) από ειδικά φυγοκεντρικά μηχανήματα, τα «λαβάλ», που ονομάστηκαν έτσι από το όνομα της εταιρίας που τα κατασκεύαζε (από το 1890), της «Άλφα Λαβάλ» .

Τα σύγχρονα ελαιοτριβεία (ηλεκτροκίνητα) απαιτούν πολύ μικρότερο ανθρώπινο δυναμικό απ’ ότι τα ατμοκίνητα, αφού τα περισσότερα στάδια παραγωγής όπως για παράδειγμα του πιεστηρίου, ολοκληρώνονται με αυτοματοποιημένους μηχανισμούς. Ένα είδος «μίξερ» ανακατεύει τον ελαιοπολτό, ενώ η ανάγκη για εργατικά χέρια έχει περιοριστεί στην επίβλεψη της λειτουργίας των μηχανών.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Χατζηγιάννη Αναστάση [εργαζόμενου σε ελαιοτριβείο], στην οποία συμμετέχουν και οι Γλεζέλλης Χρήστος και Χατζηγιάννης Ασημάκης (γιος του Αναστάση και εργαζόμενος επίσης σε ελαιοτριβείο), στην Αγιάσο Λέσβου, στις 28/07/2004
  • Αλεξάκης Σ. Α., Το ελαιόλαδο και η παραγωγή του, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδερή, Αθήνα, 1998
  • Δημητρίου Ν., Λαογραφικά της Σάμου, Αθήνα, 1986: 123-130
  • Κιουρέλλης Α., Η Τεχνολογία Παραγωγής Ελαιολάδου στη Λέσβο κατά την Αρχαιότητα, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λέσβου, χ.χ.