Γανώτηδες

 

Γανωτήδες, γανωματήδες, γανωτζήδες ή καλαϊτζήδες ονομάζονταν οι τεχνίτες που αναλάμβαναν την επισκευή μπακιρένιων (χάλκινων) σκευών, γνωστή και ως «καλάισμα» (επικασσιτέρωση χαλκωμάτων), ενώ μερικές φορές (σπανιότερα) οι ίδιοι ήταν και μπακιρτζήδες (κατασκευαστές χάλκινων σκευών). Το επάγγελμα του γανωτή ήταν ιδιαίτερα σύνηθες και προσοδοφόρο, αφού μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα πολλά νοικοκυριά διέθεταν πολλά χάλκινα σκεύη ή χρηστικά αντικείμενα (τεντζερέδες, μπρίκια, ταψιά, κατσαρόλες, μαχαιροπίρουνα, φανάρια, εκκλησιαστικά αντικείμενα κ.α.), τα οποία με τη χρήση οξειδώνονταν και, εκτός από την αλλοίωση της εξωτερικής τους εμφάνισης, μπορούσαν να προκαλέσουν και δηλητηριάσεις (τουλάχιστον τα σκεύη φαγητού). Η τέχνη του γανώματος περνούσε από γενιά σε γενιά, όπως και τα περισσότερα τεχνικά επαγγέλματα, από πατέρα σε γιο ή με τη διδασκαλία των νέων δίπλα σε παλιούς έμπειρους τεχνίτες. Οι γανωματήδες εξασκούσαν το επάγγελμά τους, είτε διατηρώντας κάποιο εργαστήριο σε μια περιοχή, είτε ως πλανόδιοι, οπότε μετακινούνταν από χωριό σε χωριό όπου και διέμεναν συνήθως για ικανό χρονικό διάστημα - έως ότου γανώσουν όλα τα (διαθέσιμα) σκεύη των κατοίκων.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για την επισκευή και την κατασκευή (σε περίπτωση που ήταν και μπακιρτζήδες) χάλκινων σκευών ήταν χαλκός, καλάι (κασσίτερος), νιτρικό οξύ, χλωριούχο αμμώνιο, σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ) και τα εργαλεία σφυρί, διαβήτης, ψαλίδι, μασιές, φουφού, αμόνι, ταβάς (αβαθές στρόγγυλο σκεύος όπου έριχναν τα περισσεύματα από το καλάι για να τα χρησιμοποιήσουν ξανά).

Η κατασκευή χάλκινων σκευών περνούσε από πέντε φάσεις. Κατ’ αρχάς κατασκεύαζαν την περιφέρεια του σκεύους, χτυπώντας το χαλκό με ένα σφυρί για να δημιουργηθεί ένα κυλινδρικό σχήμα και στη συνέχεια ένωναν τις δύο άκρες με μπρουτζοκόλληση (χρησιμοποιώντας λιωμένα ρινίσματα μπρούτζου). Στη δεύτερη φάση, δημιουργούσαν τον πάτο του σκεύους: έκοβαν με το ψαλίδι ένα κύκλο ίσο με την ακτίνα της περιφέρειας του σκεύους και δημιουργούσαν εγκοπές («κλειδιά») στο κάτω μέρος της περιφέρειας και στο πάνω μέρος του πάτου. Στην τρίτη φάση ένωναν τα «κλειδιά» του πάτου με αυτά της περιφέρειας και τα κολλούσαν με μπρούτζο. Στην τέταρτη φάση, επικασσιτέρωναν το σκεύος, λιώνοντας καλάι το οποίο άπλωναν με ένα βαμβακερό ύφασμα και τέλος πρόσθεταν (όπου χρειαζόταν) χερούλια, το μέγεθος των οποίων ήταν ανάλογο με το μέγεθος του σκεύους.

Η διαδικασία του γανώματος ξεκινούσε με το καθάρισμα του σκεύους (για να φύγει η σκουριά) πρώτα εξωτερικά και στη συνέχεια εσωτερικά. Πύρωναν εξωτερικά το σκεύος και το έτριβαν με ειδικό διάλυμα, ενώ εσωτερικά το άλειφαν με σπίρτο και έπειτα το έτριβαν με άμμο. Στη συνέχεια ζέσταιναν πάλι το σκεύος, έριχναν χλωριούχο αμμώνιο, το σκούπιζαν και τέλος άλειφαν το καλάι με ένα βαμβακερό ύφασμα,. Μερικές φορές για να παγώσει καλύτερα το καλάι έριχναν κρύο νερό (διαδικασία στόμωσης - βαφής μετάλλων). Τα αποτελέσματα του γανώματος διαρκούσαν ανάλογα με τη χρήση κάθε σκεύους, μερικές φορές μέχρι και τρία χρόνια.

Η παρακμή στο επάγγελμα του γανωτή επήλθε με την εμφάνιση των αλουμινένιων και των εμαγιέ σκευών στο εμπόριο και σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Λευτέρη [γανωτή] στην Χίο, στις 07/07/2005