Ασβεστοποιοί

 

Οι ασβεστάδες έφτιαχναν ασβέστη στα καμίνια (ασβεστοκάμινα) από την καύση των ασβεστόλιθων. Ο ασβέστης είχε μεγάλη ζήτηση, αφού τον χρησιμοποιούσαν τόσο ως οικοδομικό υλικό, όσο και στο πλαίσιο μέτρων υγιεινής, με τη μορφή επιχρίσματος στα σπίτια, στις αυλές, στις κρήνες, στους στάβλους, στα «ντάμια» (πρόχειρα αγροτικά κτίσματα), στους ορνιθώνες (κοτέτσια), στα δέντρα (ως προστασία από τα μυρμήγκια και τα παράσιτα, κ.α.. Το επάγγελμα του ασβεστοποιού στη Λέσβο ήταν πολύ διαδεδομένο (στην Αγιάσο μόνο, υπήρχαν δεκαεφτά οικογένειες που ασχολούταν με αυτό το επάγγελμα) και οι ασβεστάδες ήταν οργανωμένοι σε σωμάτιο - ισνάφι, με προστάτη τον Άγιο Ηλία, η γιορτή του οποίου (17 Ιουλίου) ήταν μέρα ανάπαυλας και εορτασμού.

Οι ασβεστοποιοί κατασκεύαζαν οι ίδιοι τα καμίνια. Για την κατασκευή ενός μεσαίου μεγέθους καμινιού, δαπανούσαν περίπου δέκα ημέρες. Κατ΄ αρχάς επέλεγαν το χώρο όπου θα δημιουργούσαν το καμίνι, με βάση την ύπαρξη, στη μικρότερη δυνατή απόσταση, κατάλληλων ασβεστόλιθων και απαραίτητης καύσιμης ύλης - γι΄ αυτό τα περισσότερα καμίνια βρίσκονται σε δασώδεις περιοχές. Στη συνέχεια άνοιγαν έναν μεγάλο λάκκο βάθους 1-1,5 μέτρου περίπου και διαμέτρου ανάλογης με το μέγεθος του καμινιού που ήθελαν να κατασκευάσουν, στα τοιχώματα του οποίου έχτιζαν, με λιγδόλιθους ή σχιστόλιθους, το «νύχι» (τη βάση) του καμινιού. Έπειτα, συνέχιζαν προς τα πάνω με ασβεστόλιθους και λάσπη δημιουργώντας την «κουκούλα» (θόλο) - «φόρτωμα» του καμινιού και στο ύψος του εδάφους άφηναν ένα παράθυρο, από όπου «τάιζαν» το καμίνι. Η λάσπη χρησίμευε κυρίως για να μην υπάρχει απώλεια θερμότητας (ενώ σε μερικές περιπτώσεις σοβάτιζαν επιπρόσθετα το καμίνι - κυρίως σε περιοχές κοντά στις οποίες μπορούσαν να βρουν νερό), και για αυτό, ανά τακτά χρονικά διαστήματα -όποτε καιγόταν- την ανανέωναν, αλλά τη χρησιμοποιούσαν επίσης για να διατηρήσουν το σχήμα του θόλου, αφού σε συγκεκριμένα σημεία οι ασβεστόλιθοι καίγονταν περισσότερο και μπορούσε να καταρρεύσει το καμίνι.

Η καύση του καμινιού διαρκούσε ανάλογα με το μέγεθός του, ενώ η ποσότητα καύσιμης ύλης ήταν ανάλογη όχι μόνο με το μέγεθος του καμινιού, αλλά και το είδος της καύσιμης ύλης (που ήταν «ελίτικο» - κλαδιά ελιάς, πρίνοι, κλαδιά πεύκου, κλαδιά καστανιάς, ή πυρήνα (ελιάς), που τη χρησιμοποιούσαν σε καμίνια που βρίσκονταν κοντά σε ελαιοτριβεία). Ένα καμίνι δύο τόνων απαιτούσε περίπου 70 δεμάτια κλαδιών ελιάς και η καύση -με συνεχές τάισμα- διαρκούσε 22 με 24 ώρες. Αφού ολοκληρωνόταν η καύση, οι ασβεστάδες έκλειναν το «παράθυρο» - «ταΐστρα» με πέτρες και χώμα και άφηναν μια μέρα το καμίνι να κρυώσει. Την επόμενη, ρευστοποιούσαν τον ασβέστη, δηλαδή «έσβηναν» τις πέτρες σε νερό που ανακάτευαν με έναν αναδευτήρα, ενώ παράλληλα πρόσθεταν σταδιακά νερό. Στη συνέχεια μετέφεραν τον ασβέστη με τσουβάλια σε έναν αποθηκευτικό χώρο, όπου τον τοποθετούσαν σε σκεπασμένα κιούπια, για να μη «χαλάσει» από την επαφή με τον αέρα (υγρασία).

Σε περίπτωση βροχής, όταν το καμίνι ήταν στο στάδιο της καύσης, δεν υπήρχε κίνδυνος, επειδή λόγω της υψηλής θερμοκρασίας (2.000o C περίπου), το νερό που έπεφτε μετατρεπόταν σε ατμό. Όταν όμως το καμίνι κρύωνε, οι ασβεστάδες έπρεπε να το προφυλάξουν με κάθε μέσο .

Σήμερα η διαδικασία της ασβεστοποίησης έχει αλλάξει: ο ασβέστης παράγεται μαζικά από ειδικευμένες βιομηχανίες, ενώ παράλληλα η χρήση τσιμέντου στις κατασκευές μείωσε τη ζήτηση για ασβέστη, με αποτέλεσμα όσοι λίγοι ασβεστάδες απέμειναν να μην μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά.

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

  • Συνέντευξη Παναγιώτη Καλατζή [ασβεστοποιoύ] στην Αγιάσο Λέσβου, στις 03/08/2004
  • Κουδουνέλης Χ. Κλ. «Ασβεστοποιία και ασβεστοποιοί της Αγιάσου», Αγιάσος, 1994, 84: 11-14
  • Δημητρίου Ν., Λαογραφικά της Σάμου, Αθήνα, 1986: 325-335